ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΠΡΩΤΟ
ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
ΠΡΩΤΟ
ΤΜΗΜΑ ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ποινική δικαιοδοσία
Άρθρο 1.
-Ποινικό δικαστήρια.
Ποινική δικαιοδοσία ασκούν τα εξής
δικαστήρια: α) Τα πταισματοδικεία' β) τα πλημμελειοδικεία" γ) τα δικαστήρια των
ανηλίκων" δ) τα κακουργιοδικεία. ε) τα εφετεία. στ) ο Άρειος Πάγος ως ακυρωτικό"
Άρθρο 2.
-Εξαιρέσεις από την ποινική δικαιοδοσία.
Στη
δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων δεν εμπίπτουν: α) Οι αρχηγοί των
ξένων κρατών" β) Οι διπλωματικοί αντιπρόσωποί τους που είναι οι διαπιστευμένοι
στην Ελλάδα" Υ) Το προσωπικό της διπλωματικής αντιπροσωπείας ξένου κράτους που
είναι διαπιστευμένο στην Ελλάδα" δ) Τα μέλη της οικογένειας των προσώπων που
αναφέρονται στα στοιχεία α και β και κατοικούν μαζί τους ε) Το υπηρετικό
προσωπικό των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α και β, όταν έχει την ίδια
υπηκοότητα και στ) Όλα τα άλλα πρόσωπα που απολαμβάνουν το προνόμιο της
ετεροδικίας με βάση είτε συμβάσεις που έχουν συναφθεί με άλλα κράτη είτε διεθνή
έθιμα που γίνονται αποδεκτά από όλα τα κράτη.
ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τα ποινικό δικαστήρια
Σημείωση:
Τα άρθρα
4,5,6,7,8,9, 10, 11, 12,305 παρ.1 και 316 παρ.1 τροποποιούνται με τις
αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης
δικαστικών λειτουργών.
Άρθρο 3.
-Πταισματοδικεία.
1. Κάθε
ειρηνοδικείο είναι ταυτόχρονα και πταισματοδικείο, με την προϋπόθεση ότι στην
ίδια περιφέρεια δεν υπάρχει ειδικό πταισματοδικείο.
2. Ο
πταισματοδίκης: α) δικάζει τα πταίσματα, εκτός από εκείνα που υπάγονται με
ειδικές διατάξεις σε άλλο δικαστήριο ή δημόσιο όργανο. β)
ενεργεί προανάκριση για κάθε έγκλημα σύμφωνα με τις
διατάξεις αυτού του κώδικα. γ) ενεργεί
προκαταρκτική εξέταση ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα (άρθρα 31 και
33 παρ.1).
Άρθρο 4.
-Δικαστήρια των πλημμελειοδικών.
1. Κάθε
δικαστήριο πρωτοδικών είναι ταυτόχρονα και δικαστήριο πλημμελειοδικών.
2. Στη
δικαιοδοσία των δικαστηρίων των πλημμελειοδικών ανήκει: α) η ανάκριση' ανακριτές
διορίζονται ένας ή περισσότεροι πλημμελειοδίκες σύμφωνα με τις διατάξεις του
οργανισμού των δικαστηρίων' σε έναν από τους ανακριτές, που ορίζεται ειδικά γι'
αυτό το σκοπό, ανατίθεται η ανάκριση κατά ανηλίκων (άρθρο 7)' β) η άσκηση της
εξουσίας του δικαστικού συμβουλίου.
Άρθρο 5.
-Τριμελή πλημμελειοδικεία.
1. Το
δικαστήριο των πλημμελειοδικών αποτελείται από τρεις τακτικούς δικαστές.
Επιτρέπεται η αναπλήρωση ενός μόνο δικαστή από πάρεδρο στο πρωτοδικείο, από
πταισματοδίκη ή από ειρηνοδίκη, όταν για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η
σύνθεση. Αν ο πρόεδρος προβλέπει ότι κάποια δίκη θα διαρκέσει πολύ, μπορεί να
προσλάβει έως δύο συμπαρεδρεύοντες δικαστές για την αναπλήρωση εκείνων των
δικαστών για τους οποίους τυχόν θα προκύψει κώλυμα κατά τη διάρκεια της δίκης.
Σε περίπτωση κωλύματος του προέδρου, την προεδρία την αναλαμβάνει ο αρχαιότερος
από αυτούς που απομένουν, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι
συμπαρεδρεύοντες.
2. Η
εκδίκαση των πλημμελημάτων, των πταισμάτων και των εφέσεων που αναφέρονται στο
άρθρο 112 ανήκει στη δικαιοδοσία του τριμελούς πλημμελειοδικείου.
Άρθρο 6.
-Μονομελή πλημμελειοδικεία.
Το
μονομελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από ένα πλημμελειοδίκη, που ορίζεται
κάθε τρίμηνο από την ολομέλεια του δικαστηρίου μαζί με έναν ή περισσότερους
αναπληρωτές από τους πλημμελειοδίκες. Ο πρόεδρος των πρωτοδικών μπορεί να
δικάσει ως μόνος πλημμελειοδίκης. Η δικαιοδοσία του μονομελούς πλημμελειοδικείου
ορίζεται στο άρθρο 114, Στο ίδιο δικαστήριο πλημμελειοδικών είναι δυνατό να
λειτουργούν και περισσότερα μονομελή. Ως τόπος συνεδριάσεων του μονομελούς, όταν
συνεδριάζει εκτός έδρας, ορίζεται πάντοτε κάποια έδρα ειρηνοδικείου με απόφαση
του Υπουργού Δικαιοσύνης και μετά γνωμοδότηση της ολομέλειας του αρμόδιου
δικαστηρίου πρωτοδικών και του εισαγγελέα εφετών, Με την ίδια διαδικασία μπορεί
να οριστεί και άλλος τόπος συνεδριάσεων, εκτός έδρας ειρηνοδικείου, αν υπάρχουν
σ' αυτόν οι κατάλληλες συνθήκες για συνεδρίαση δικαστηρίου και συζήτηση των
υποθέσεων.
Άρθρο 7.
-Δικαστήρια ανηλίκων.
1. Το
μονομελές δικαστήριο ανηλίκων συγκροτείται από έναν πρωτοδίκη σε κάθε
πρωτοδικείο, ο οποίος ορίζεται μαζί με έναν αναπληρωτή για δύο χρόνια, με
απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και μετά πρόταση του Υπουργού της
Δικαιοσύνης' προτιμώνται όσοι έχουν ειδικές γνώσεις και γνωρίζουν, αν είναι
δυνατό, μία από τις γλώσσες αγγλική, γαλλική, γερμανική ή ιταλική. 2. Η θητεία
των δικαστών ανηλίκων μπορεί να ανανεώνεται με τον ίδιο τρόπο, πάντοτε όμως με
τη συναίνεσή τους. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους επιτρέπεται η αντικατάστασή
τους με τον ίδιο πάλι τρόπο, μετά όμως σύμφωνη και ειδικό αιτιολογημένη γνώμη
του προέδρου και του εισαγγελέα εφετών.
3. Το
τριμελές δικαστήριο ανηλίκων συγκροτείται από το δικαστή ανηλίκων που αναφέρεται
στην παράγραφο 1 και από δύο πλημμελειοδίκες, που ορίζονται από τον πρόεδρο
πρωτοδικών, Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει, αν είναι δυνατό, ο δικαστής
ανηλίκων. Το εφετείο ανηλίκων συγκροτείται από έναν εφέτη και έναν αναπληρωτή
του, που ορίζονται σε κάθε εφετείο σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις παραγράφους 1
και 2 του άρθρου αυτού, και από δύο άλλους εφέτες, που ορίζονται ως δικαστές
ανηλίκων από τον πρόεδρο των εφετών, Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει, αν είναι
δυνατό, ο εφέτης δικαστής ανηλίκων. Η παράγραφος 2 του άρθρου 9 εφαρμόζεται και
στην περίπτωση αυτή, 4. Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων ανηλίκων ορίζεται στο
άρθρο 113.
Άρθρο 8.
-Δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα.
1. Τα
δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα συγκροτούνται ως εξής: α) Το μικτό
ορκωτό δικαστήριο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή τον αναπληρωτή του,
δύο πρωτοδίκες και τέσσερις ενόρκους β) το μικτό ορκωτό εφετείο συγκροτείται από
πρόεδρο εφετών, δύο εφέτες και τέσσερις ενόρκους. γ) το τριμελές εφετείο
συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή του και από δύο εφέτες. δ)
το πενταμελές εφετείο συντίθεται από πρόεδρο εφετών και από τέσσερις εφέτες.
2. Το μικτό
ορκωτό δικαστήριο συγκροτείται στην έδρα κάθε πρωτοδικείου, και το μικτό ορκωτό
εφετείο στην έδρα κάθε εφετείου.
3. Το
τριμελές και το πενταμελές εφετείο λειτουργούν στην έδρα κάθε εφετείου.
4. Ο
εισαγγελέας των εφετών (ή άλλος εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας του ίδιου εφετείου)
ασκεί καθήκοντα εισαγγελέα στο μικτό ορκωτό εφετείο της έδρας του και στα μικτό
ορκωτό δικαστήρια της έδρας και της περιφέρειάς του, στα οποία προσδιορίζει και
τις υποθέσεις. μπορεί επίσης να αναθέτει σε εισαγγελέα ή αντεισαγγελέά
πρωτοδικών να εκτελεί καθήκοντα εισαγγελέα στα μικτό ορκωτό δικαστήρια της έδρας
και της περιφέρειάς του.
5.
Καθήκοντα γραμματέα στο μικτό ορκωτό δικαστήριο εκτελεί υπάλληλος της
γραμματείας του πρωτοδικείου, ενώ στο μικτό ορκωτό εφετείο υπάλληλος της
γραμματείας του εφετείου.
Άρθρο 9.
-Εφετείο.
1. Το
συμβούλιο των εφετών και το δικαστήριο των εφετών συντίθεται από τον πρόεδρο
εφετών ή τον αναπληρωτή του και από δύο εφέτες. Όταν το δικαστήριο των εφετών
δικάζει εφέσεις κατά αποφάσεων του τριμελούς εφετείου, συντίθεται από πρόεδρο
εφετών και από τέσσερις εφέτες.
2. Αν για
οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η σύνθεση, επιτρέπεται η αναπλήρωση ενός
μόνο εφέτη στο τριμελές (δικαστήριο ή συμβούλιο) και δύο το πολύ εφετών στο
πενταμελές από προέδρους πρωτοδικών ή από πλημμελειοδίκες που έχουν τουλάχιστον
πενταετή υπηρεσία πλημμελειοδικών.
3. Αν ο
πρόεδρος προβλέπει ότι κάποια δίκη θα διαρκέσει πολύ, μπορεί να προσλάβει έως
δύο συμπαρεδρεύοντες δικαστές, όταν το εφετείο αποτελείται από τρεις δικαστές,
και έως τρεις όταν αποτελείται από πέντε δικαστές για να αναπληρώσουν αυτούς που
θα έχουν τυχόν κώλυμα κατά τη διάρκεια της δίκης. Σε περίπτωση κωλύματος του
προέδρου την προεδρία την αναλαμβάνει ο αρχαιότερος μεταξύ αυτών που απομένουν,
ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συμπαρεδρεύοντες.
Άρθρο 10.
-Ο Άρειος Πάγος.
ο Άρειος
Πάγος ως ακυρωτικό δικαστήριο δικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων
και βουλευμάτων και αποτελείται από επτά δικαστές. Στην περίπτωση της αίτησης
αναίρεσης
υπέρ του νόμου και στην περίπτωση του άρθρου 513 παρ.1 το δικαστήριο δικάζει με
την ολομέλειά του.
Άρθρο 11.
-Διαίρεση σε τμήματα.
1. Στο
Εφετείο Αθηνών και στα πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσ/νίκης καθορίζεται
από την ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών υποχρεωτικά ιδιαίτερο ποινικό τμήμα ο
καθορισμός γίνεται με ειδικό κανονισμό, που εκδίδεται μέσα στο πρώτο δεκαήμερο
του Δεκεμβρίου κάθε χρόνου και εγκρίνεται μέσα στον ίδιο μήνα από τον υπουργό
της Δικαιοσύνης, ο οποίος έχει το δικαίωμα και να τον τροποποιεί ύστερα από
γνώμη του προέδρου και του εισαγγελέα του δικαστηρίου ορίζονται επίσης με τον
ίδιο κανονισμό, ο πρόεδρος και οι δικαστές του ποινικού τμήματος, οι οποίοι θα
απασχολούνται αποκλειστικά σ' αυτό για όλο το χρόνο, καθώς και τρεις το πολύ
αναπληρωτές. Δεν επιτρέπεται να οριστούν μέλη του ποινικού τμήματος οι πάρεδροι
στο πρωτοδικείο, ειρηνοδίκες η πταισματοδίκες, που αναπληρώνουν τους δικαστές
κατά τις κείμενες διατάξεις.
2. Σε κάθε
δικαστικό έτος αντικαθίστανται υποχρεωτικά οι μέσοι μόνο από τους δικαστές που
υπηρετούν στο ποινικό τμήμα δεν επιτρέπεται όμως σε καμία περίπτωση ένας
δικαστής να υπηρετήσει σε αυτό περισσότερο από δύο χρόνια συνεχώς, αν άλλοι
δικαστές που ανήκουν στο ίδιο δικαστήριο δεν υπηρέτησαν για μια συνεχή διετία
στο ποινικό τμήμα. 3. Στις ποινικές συνεδριάσεις του δικαστηρίου και του
δικαστικού συμβουλίου μετέχουν υποχρεωτικά αυτοί που ανήκουν στο ποινικό τμήμα.
Δεν θίγονται οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 9 παρ.2 του κώδικα, οι σχετικές
με την αναπλήρωση των δικαστών που έχουν κώλυμα.
Άρθρο 12.
-Δικαστικός γραμματέας.
1. Στις
δημόσιες συνεδριάσεις των δικαστηρίων παρευρίσκεται πάντοτε ένας δικαστικός
γραμματέας, ο οποίος συντάσσει τα πρακτικά με ευθύνη δική του και του δικαστή
που διευθύνει τη συνεδρίαση.
2. Όταν ο
γραμματέας απουσιάζει η έχει κώλυμα, τον αναπληρώνει ένας υπογραμματέας ή
γραφέας. Στη διάρκεια της συνεδρίασης μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου ν'
αναπληρώσει κάποιος άλλος το γραμματέα, όταν του παρουσιάζεται κώλυμα. Για την
απόφαση αυτή δεν χρειάζεται σύμπραξη γραμματέα.
3. Ο
δικαστικός γραμματέας συμμετέχει και στην συνεδρίαση του δικαστικού συμβουλίου
και αναπληρώνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2.
Άρθρο 13.
-Σχέση της εισαγγελίας και των δικαστηρίων με άλλες αρχές.
Οι
αστυνομικές αρχές και η χωροφυλακή οφείλουν να εκτελούν χωρίς καμία χρονοτριβή
τις παραγγελίες των δικαστικών και των εισαγγελικών αρχών σε περίπτωση ανάγκης
οι δικαστικές και οι εισαγγελικές αρχές έχουν το δικαίωμα να ζητούν τη βοήθεια
της αστυνομίας και της χωροφυλακής, ακόμη και τη βοήθεια της ένοπλης δύναμης,
απευθείας και χωρίς τη μεσολάβηση των προϊσταμένων τους.
ΤΡΙΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αποκλεισμός, εξαίρεση και αποχή των δικαστικών προσώπων
Άρθρο 14.
-Λόγοι αποκλεισμού.
1. Εκτός
από όσα ορίζονται ειδικό στον οργανισμό των δικαστηρίων, στον ειδικό νόμο για τα
μικτό ορκωτά δικαστήρια και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική
υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι
μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό.
2. Από την
άσκηση των παραπάνω έργων σε ποινική υπόθεση αποκλείεται επίσης: α) όποιος
αδικήθηκε από το έγκλημα, με εξαίρεση όσων ορίζονται σχετικό με τα εγκλήματα που
γίνονται στο ακροατήριο (άρθρα 116 και 117) β) όποιος είναι σύζυγος του
κατηγορουμένου ή του αστικώς υπευθύνου ή εκείνου που αδικήθηκε από το έγκλημα.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος είναι συγγενής εξ αίματος με τα
πρόσωπα αυτό σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου έως και τον τέταρτο
βαθμό ή συγγενής εξ αγχιστείας έως και το δεύτερο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που
οφείλεται στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γόμου.
Αποκλείεται επίσης εκείνος που είναι ή ήταν επίτροπος ή κηδεμόνας των ίδιων
προσώπων ή που συνδέεται μαζί τους με υιοθεσία' γ) όποιος ήταν συνήγορος του
κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος ή του αστικώς υπευθύνου στην ίδια
υπόθεση' δ) όποιος εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή
τεχνικός σύμβουλος στην ίδια υπόθεση.
3. Ο
δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση
ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις.
Άρθρο 15.
-Λόγοι εξαίρεσης.
Όλα τα
δικαστικό πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι
λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες
μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς
δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία
ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορουμένους δεν μπορεί
μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση.
Άρθρο 16.
-Ποιοι και πότε προτείνουν την εξαίρεση.
1. Δικαίωμα
να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς
ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος.
2. Η αίτηση
για εξαίρεση υποβάλλεται: στο στάδιο της ανάκρισης έως την παράδοση των εγγράφων
από τον ανακριτή στον εισαγγελέα μετά την τελευταία ανακριτική πράξη (άρθρο
308), στην κύρια διαδικασία πριν αρχίσει η συζήτηση (άρθρο 339) και, τέλος, στη
διαδικασία του δικαστικού συμβουλίου πριν από την έκδοση του βουλεύματος. Γι'
αυτό το σκοπό οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να πληροφορηθούν τη σύνθεση του
συμβουλίου από τη στιγμή που ο εισαγγελέας υποβάλλει σ' αυτό την πρότασή του. Αν
η αίτηση αφορά την εξαίρεση ολόκληρου του πολυμελούς δικαστηρίου (άρθρο 136
εδ.α'), η κατάθεσή της γίνεται τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν από την ημέρα που
έχει προσδιοριστεί για τη συζήτηση της υπόθεσης.
3. Οι
αιτήσεις εξαίρεσης κατά των δικαστικών προσώπων που συμπράττουν ή πρόκειται να
συμπράξουν στην ίδια διαδικασία υποβάλλονται εφάπαξ ως προς όλους τους λόγους
εξαίρεσης και κατά όλων των προσώπων αυτών πριν από την επιχείρηση της
διαδικαστικής ενέργειας. Το δικαστήριο αποφαίνεται με ενιαία απόφαση. Κάθε
μεταγενέστερη αίτηση δεν λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι
ο λόγος της εξαίρεσης έγινε γνωστός ή ανέκυψε μεταγενέστερα.
(Όπως αντικαταστάθηκε η παρ. 3 με το άρθρο 5 παρ. 1
του ν 2298/95.)
Άρθρο 17.
-Τι πρέπει να περιέχει και πότε είναι παραδεκτή η αίτηση.
1. Η αίτηση
εξαίρεσης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαίρεσης, να
μνημονεύει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να
αναφέρει τα μέσα της απόδειξής τους. Την αίτηση πρέπει να την υπογράφει ο ίδιος
ο αιτών ή ο ειδικός πληρεξούσιός του στο έγγραφο της πληρεξουσιότητας πρέπει να
αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η
εξαίρεση διαφορετικά. η αίτηση είναι απαράδεκτη.
2. Ο αιτών
ή ο ειδικός για το σκοπό αυτό πληρεξούσιός του παραδίδει την αίτηση στον
εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου υπηρετεί το πρόσωπο του οποίου ζητείται η
εξαίρεση. Αν ζητείται η εξαίρεση μέλους του δικαστηρίου των συνέδρων, η αίτηση
παραδίδεται στον εισαγγελέα του εφετείου, ενώ, αν αφορά μέλος του
πταισματοδικείου, στον εισαγγελέα του πλημμελειοδικείου. Η αίτηση για την
εξαίρεση μέλους δικαστηρίου που συνεδριάζει μπορεί να υποβληθεί και με προφορική
δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης.
Άρθρο 18.
-Πότε η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Αν η αίτηση
για εξαίρεση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα (άρθρο 16 παρ.2 και 3) ή παράτυπα ή αν
έχει ελλείψεις στο περιεχόμενο, το αρμόδιο, κατά το άρθρο 20, δικαστήριο ή
συμβούλιο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα την απορρίπτει ως απαράδεκτη μέσα
σε δύο το πολύ ημέρες από την υποβολή της. Στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο δεν
συμμετέχει εκείνος που τον αφορά η εξαίρεση, ενώ καλείται ο αιτών και, αν είναι
δυνατό, και οι άλλοι διάδικοι. Στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της
παραγράφου 2 του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο στην ίδια συνεδρίαση
αποφασίζει, αν είναι αρμόδιο, αν η αίτηση για εξαίρεση είναι παραδεκτή. Η
απόφαση εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακουστούν αυτός
που ζήτησε προφορικά την εξαίρεση και οι υπόλοιποι διάδικοι που παρευρίσκονται
στο δικαστήριο.
Άρθρο 19.
-Κοινοποίηση της αίτησης.
1. Η αίτηση
για εξαίρεση, που υποβάλλεται όπως ορίζουν τα άρθρα 16 και 17, ανακοινώνεται από
τον εισαγγελέα χωρίς καμία χρονοτριβή σ' εκείνον που η εξαίρεσή του ζητείται.
2. Αυτός,
έχοντας δικαίωμα να πληροφορηθεί αμέσως το περιεχόμενο των εγγράφων που
κατατέθηκαν, έχει και την υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες να εκφράσει γραπτά τις
απόψεις του και ταυτόχρονα να απέχει από τα καθήκοντά του στην υπόθεση. Πρέπει
όμως να ενεργήσει τις πράξεις που δεν μπορούν ν' αναβληθούν, αν δεν υπάρχει
αυτός που έγκαιρα θα μπορούσε να τον αναπληρώσει σ' αυτές τις πράξεις σύμφωνα με
το νόμο' αλλιώς, τιμωρείται με πειθαρχική ποινή και πληρωμή όλων των ζημιών και
εξόδων. Οι πράξεις του όμως αυτές είναι άκυρες, αν γίνει δεκτή η αίτηση
εξαίρεσης για τους λόγους αποκλεισμού του άρθρου 14.
Άρθρο 20.
-Αρμόδιο δικαστήριο.
1. Μέσα σε
δύο ημέρες από την κοινοποίηση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1 ο
εισαγγελέας εισάγει την αίτηση εξαίρεσης στο δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί, ή
στο συμβούλιο αν η αίτηση αφορά ανακριτή ή μέλος του δικαστικού συμβουλίου. Το
δικαστήριο ή το συμβούλιο συνεδριάζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που
καθορίζεται για το καθένα από τον κώδικα (άρθρα 305, 306, 329 επ.), αφού ακούσει
τον εισαγγελέα, τον αιτούντα και τους διαδίκους που καλούνται είκοσι τέσσερις
ώρες πριν, αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης. Στη σύνθεση δεν μπορεί να
μετέχει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση' αυτός αναπληρώνεται σύμφωνα με
το νόμο.
2. Αν η
εξαίρεση αφορά μέλος του δικαστηρίου των συνέδρων που έχει βαθμό εφέτη η
αντεισαγγελέα εφετών και άνω, αρμόδιο είναι το δικαστήριο των εφετών.
3. Αν το
αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν μπορεί να συγκροτηθεί νόμιμα, τότε για την
αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει χωρίς καμία χρονοτριβή σύμφωνα με όσα ορίζονται
στην παρ.1 το αμέσως ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο ή συμβούλιο' αν πρόκειται για
δικαστήριο συνέδρων αποφασίζει το δικαστήριο των εφετών, και αν πρόκειται για
εφετείο αποφασίζει το πλησιέστερο εφετείο (άρθρο 499).
Άρθρο 21.
-Απόφαση.
1. Αν
βεβαιωθεί ο λόγος, γίνεται δεκτή η εξαίρεση και διατάσσεται εκείνος που
εξαιρέθηκε να απέχει από τα καθήκοντά του στην υπόθεση' αν δεν υπάρχει
αναπληρωτής του, το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο παραπέμπει τη δίκη σε
άλλο δικαστήριο ή συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχεία και 137 παρ.1.
Διαφορετικά, κατά τις περιστάσεις, ή απορρίπτεται η αίτηση ή διατάσσεται ο
αιτών να φέρει ισχυρότερες αποδείξεις.
2. Αν
απορριφθεί η αίτηση, καταδικάζεται ο αιτών στην πληρωμή των εξόδων. αν
ταυτόχρονα αποδειχθούν εντελώς ψευδείς οι λόγοι εξαίρεσης που προβλήθηκαν, εκτός
από την πληρωμή των εξόδων, καταδικάζεται επίσης και σε χρηματική ποινή 4.000
έως 40.000 δραχμών.
Άρθρο 22.
-Ένδικο μέσο.
Η απόφαση
που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που
απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση
για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτήν.
Άρθρο 23.
-Αποχή του δικαστικού προσώπου.
1. Κάθε
δικαστικός λειτουργός που αναφέρεται στο άρθρο 14 οφείλει να δηλώσει αμέσως στον
πρόεδρο του δικαστηρίου όπου υπηρετεί το γνωστό σ' αυτόν λόγο για τον οποίο
αποκλείεται ή εξαιρείται από τα καθήκοντά του σε ορισμένη υπόθεση, σύμφωνα με τα
άρθρα 14 και 15, με σκοπό να του επιτραπεί η αποχή. Ο πρόεδρος πολυμελούς
δικαστηρίου και ο εισαγγελέας που είναι προϊστάμενος εισαγγελίας υποβάλλουν τη
δήλωση αυτή στους
νόμιμους
αναπληρωτές τους, ενώ οι αντεισαγγελείς στον εισαγγελέα. Κατά τα άλλα
εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 19 παρ.2.
2. Αν
πρόκειται για μέλος πταισματοδικείου, οφείλει να απέχει από τα καθήκοντά του, να
ειδοποιήσει σχετικά τον αρμόδιο εισαγγελέα αμέσως και να περιμένει την απόφαση
του δικαστικού συμβουλίου σύμφωνα με την παρ.4.
3. Τα
δικαστικό πρόσωπα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους οφείλουν να
δηλώσουν με τον ίδιο τρόπο τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την
αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι
λόγοι της παρ.1.
4. Σε όλες
τις περιπτώσεις του άρθρου αυτού το δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, αφού
ακούσει τη γνώμη του εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία διαδίκων, αποφασίζει αν
εκείνος που υπέβαλε τη δήλωση πρέπει να απέχει ή όχι από την άσκηση των
καθηκόντων του.
Άρθρο 24.
-Σύμπτωση αποχής και εξαίρεσης.
Αν ο
δικαστικός λειτουργός, ακόμη και μετά την υποβολή της αίτησης για εξαίρεση,
υπέβαλε τη δήλωση αποχής που προβλέπεται στο άρθρο 23, το δικαστικό συμβούλιο
αποφασίζει πρώτα για την αποχή, ανεξάρτητα αν η τελευταία στηρίζεται στους
ίδιους λόγους όπως και η αίτηση εξαίρεσης. Αν η αποχή γίνει δεκτή, η αίτηση για
εξαίρεση θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε' αν όμως η αποχή απορριφθεί, η διαδικασία
για την εξαίρεση προχωρεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα, σε οποιονδήποτε
λόγο και αν στηρίζεται η αίτηση.
Άρθρο 25.
-Υποχρέωση για δήλωση των προανακριτικών υπαλλήλων.
1. Αν
συντρέχει κάποιος από τους λόγους αποκλεισμού ή εξαίρεσης που ορίζονται στα
άρθρα 14 και 15, οι προανακριτικοί υπάλληλοι(άρθρο 33 παρ.1 και 2 και άρθρο 34)
οφείλουν να τον αναφέρουν στον προϊστάμενό τους εισαγγελέα, χωρίς καμία
χρονοτριβή, συνεχίζοντας όμως το έργο τους.
2. Ο
εισαγγελέας δέχεται την αίτηση, αν οι λόγοι που προβάλλονται είναι βάσιμοι και
υπάρχει αντικαταστάτης. Οι πράξεις που έγιναν από τον υπάλληλο που έκανε τη
δήλωση παραμένουν έγκυρες.
Άρθρο 26.
-Αποσιώπηση των λόγων αποκλεισμού ή εξαίρεσης.
Κάθε
δικαστικός λειτουργός που αναφέρεται στο άρθρο 14, καθώς και κάθε προανακριτικός
υπάλληλος που αναφέρεται στο άρθρο 25, ο 0ποΙος, αν και γνωρίζει ότι συντρέχει
στο πρόσωπό του κάποιος λόγος για να εξαιρεθεί ή να αποκλεισθεί, παραλείπει να
τον αναφέρει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του κεφαλαίου, ή, όταν ζητηθεί η
εξαίρεσή του, αρνείται αυτό το λόγο, τιμωρείται με πειθαρχική ποινή και
καταδικάζεται σε αποζημίωση και πληρωμή των εξόδων, χωρίς να αποκλείεται και η
εφαρμογή των διατάξεων του ποινικού κώδικα.
ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΜΗΜΑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ
ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γενικές διατάξεις
Άρθρο 27.
-Άσκηση της ποινικής δίωξης.
1. Την
ποινική δίωξη την ασκεί στο όνομα της Πολιτείας ο εισαγγελέας των
πλημμελειοδικών (άρθρο 43). Στα πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσ\νίκης και
Πατρών ο εισαγγελέας εφετών ορίζει ειδικό για την άσκηση της ποινικής δίωξης
κατά ανηλίκων έναν αντεισαγγελέ9 και έναν αναπληρωτή του. Όταν το μονομελές
πλημμελειοδικείο συνεδριάζει εκτός έδρας του πρωτοδικείου και ο εισαγγελέας
πλημμελειοδικών έχει κώλυμα και δεν υπάρχει αντεισαγγελέας να τον αναπληρώσει,
μπορεί να ασκεί χρέη εισαγγελέα ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης που ορίζονται από
τον πρόεδρο των πρωτοδικών μετά από σχετικό έγγραφο του εισαγγελέα πρωτοδικών.
2. Την
ποινική δίωξη στα πταισματοδικεία την ασκεί ο δημόσιος κατήγορος, που ορίζεται
για το σκοπό αυτόν. Είναι δυνατό όμως η άσκηση της ποινικής δίωξης να ανατεθεί
στον πταισματοδίκη, οπότε το πταισματοδικείο συγκροτείται χωρίς να παρίσταται
δημόσιος κατήγορος. Η ανάθεση της ποινικής δίωξης στον πταισματοδίκη γίνεται με
προεδρικό διάταγμα που προκαλεί ο υπουργός Δικαιοσύνης μετά πρόταση του
αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών.
3.
Κατηγορούσα αρχή είναι ο εισαγγελέας κάθε δικαστηρίου ή ο δημόσιος κατήγορος,
όπου υπάρχει.
Άρθρο 28.
-Ανεξαρτησία της αρχής που ασκεί τη δίωξη.
Τα πρόσωπα
που σύμφωνα με το άρθρο 27 ασκούν την ποινική δίωξη είναι, κατά την άσκηση των
καθηκόντων τους και με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του οργανισμού των
δικαστηρίων και των όρθρων 333, 334 και 335 του κώδικα, ανεξάρτητα από κάθε άλλη
αρχή, καθώς και από τα δικαστήρια όπου υπηρετούν.
Άρθρο 29.
-Απόφαση του δικαστηρίου των εφετών για την άσκηση της ποινικής δίωξης.
1. Το
δικαστήριο των εφετών συνεδριάζοντας ως συμβούλιο σε ολομέλεια με την παρουσία
και του εισαγγελέα έχει το δικαίωμα να ακούει τις ανακοινώσεις μέλους του (άρθρο
37) και να παραγγέλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα να κινήσει την ποινική δίωξη.
2. Έχει
ακόμα το δικαίωμα να διατάξει τον εισαγγελέα εφετών να κινήσει ποινική δίωξη για
κάθε έγκλημα και για κάθε υπαίτιο αν αυτή έχει ήδη ασκηθεί από τον εισαγγελέα
πλημμελειοδικών, έχει το δικαίωμα να διατάξει να υποβληθούν τα έγγραφα στον
εισαγγελέα εφετών.
3. Και στις
δύο περιπτώσεις της παρ.2 ένας από τους εφέτες, που τον ορίζει η ολομέλεια,
εκπληρώνει καθήκοντα ανακριτή στην υπόθεση και ή ενεργεί ο ίδιος κάθε ανακριτική
πράξη ή αναθέτει την ενέργειά τους στον ανακριτή πλημμελειοδικών. Ο εισαγγελέας
εφετών έχει όλα τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του εισαγγελέα πλημμελειοδικών'
το συμβούλιο εφετών έχει τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του συμβουλίου
πλημμελειοδικών και αποφασίζει για την κατηγορία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
Άρθρο 30.
-Δικαίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης για την ποινική δίωξη.
1. Ο
Υπουργός Δικαιοσύνης έχει το δικαίωμα να παραγγέλλει την ποινική δίωξη κάθε
αξιόποινης πράξης.
2. Στα
πολιτικά εγκλήματα, καθώς και στα εγκλήματα από τα οποία μπορούν να διαταραχθούν
οι διεθνείς σχέσεις του κράτους, ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει το δικαίωμα με
προηγούμενη σύμφωνη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αναβάλει την έναρξη της
ποινικής δίωξης ή να αναστείλει την ποινική δίωξη. Η αναστολή της ποινικής
δίωξης μπορεί να γίνει το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο.
Άρθρο 31.
-Δικαιώματα του εισαγγελέα.
1. Ο
εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί: α) προκαταρκτική εξέταση,
για να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης' β) προανάκριση, για να
βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη. Μπορεί ακόμα να παρευρίσκεται ο ίδιος ή ένας από τους
αντεισαγγελείς που υπάγονται σ' αυτόν κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης
και να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που αφορούν την ανάκριση.
2. Η
προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241' αν όμως έγινε
έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της
δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας.
Άρθρο 32.
-Ακρόαση του εισαγγελέα.
1. καμία
απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία
διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο
εισαγγελέας.
2. Ο
εισαγγελέας έχει υποχρέωση να παρευρίσκεται στο ακροατήριο όσο διαρκεί η
διαδικασία. Στα μικτά ορκωτά δικαστήρια και στο δικαστήριο των εφετών, όταν αυτό
δικάζει κακουργήματα και παρίστανται τρεις συνήγοροι των κατηγορουμένων, μπορεί
μαζί με τον εισαγγελέα να παρίσταται και ένας από τους νόμιμους αναπληρωτές του.
3. Στις
συνεδριάσεις του πταισματοδικείου ο εισαγγελέας μπορεί να παρίσταται σε κάθε
περίπτωση ως κατήγορος, ακόμη και όταν την ποινική δίωξη την ασκεί ο
πταισματοδίκης (άρθρο 27 παρ.2).
4. Ο
εισαγγελέας έχει υποχρέωση να υποβάλλει πάντοτε, προφορικό ή γραπτό, προτάσεις
αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στη κρίση του
δικαστηρίου ή του ανακριτή.
Άρθρο 33.
-Γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι.
1. Η
προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση (άρθρο 31 παρ.1 στοιχεία' και β')
γίνονται ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών και υπό τη
διεύθυνσή του: α) από τους πταισματοδίκες και ειρηνοδίκες. β) από τους
βαθμοφόρους της χωροφυλακής που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπενωμοτάρχη και γ) από
τους αστυνομικούς υπαλλήλους που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπαρχιφύλακα.
2. Αν οι
παραπάνω δεν υπάρχουν ή έχουν κώλυμα και έως ότου αναλάβουν την προανάκριση, αν
υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή, η προανάκριση γίνεται από τον πρόεδρο ή το
γραμματέα της κοινότητας.
3. Στις
περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος προανάκριση ενεργεί και ο ανακριτής. Την
προανάκριση κατά των ανηλίκων μπορεί να την ενεργεί ο ειδικός ανακριτής ανηλίκων
(άρθρο 4 παρ.2α).
Άρθρο 34.
-Ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι.
Η
προανάκριση ορισμένων εγκλημάτων γίνεται και από τους δημόσιους υπαλλήλους για
τους οποίους προβλέπουν ειδικοί νόμοι, πάντοτε υπό την διεύθυνση και την
εποπτεία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.
Άρθρο 35.
-Ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση.
Η ανώτατη
διεύθυνση στην ανάκριση ανήκει στον εισαγγελέα εφετών, που έχει επιπλέον το
δικαίωμα να ενεργεί, προσωπικό ή με κάποιον από τους αντεισαγγελείς που
υπάγονται σ' αυτόν, προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ.1
για κάθε έγκλημα που γίνεται μέσα στην περιφέρειά του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και
ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Έναρξη και αναβολή της ποινικής δίωξης
Άρθρο 36.
-Αυτεπάγγελτη δίωξη.
Όταν δεν
απαιτείται έγκληση ή αίτηση, η ποινική δίωξη κινείται αυτεπάγγελτα, ύστερα από
αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη.
Άρθρο 37.
-Υποχρέωση για την ανακοίνωση αξιόποινης πράξης.
1. Οι
ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώσουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο
εισαγγελέα οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο για αξιόποινη πράξη που
διώκεται αυτεπαγγέλτως.
2. Οι
υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και εκείνοι στους οποίους ανατέθηκε
προσωρινά δημόσια υπηρεσία, έχουν την ίδια υποχρέωση για τις αξιόποινες πράξεις
της παρ.1, αν πληροφορήθηκαν γι' αυτές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
3. Η
ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν
και αφορούν την αξιόποινη πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις.
Άρθρο 38.
-Υποχρέωση του δικαστή να συντάσσει έκθεση.
1. Όταν
κατά τη διάρκεια πολιτικής ή ποινικής δίκης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να
χαρακτηριστεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο δικαστής, αν σύμφωνα με το νόμο
δεν μπορεί να το δικάσει ο ίδιος αμέσως, οφείλει να συντάξει έκθεση και να τη
διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα.
2. Το ίδιο
υποχρεούται να κάνει και όταν πρόκειται για έγκλημα μη διωκόμενο αυτεπαγγέλτως,
αν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση στην αρμόδια αρχή.
Άρθρο 39.
-Εφαρμογή στη διοικητική και πειθαρχική ποινή.
Οι
διατάξεις του άρθρου 38 εφαρμόζονται και στις υποθέσεις διοικητικής και
πειθαρχικής δικαιοδοσίας.
Άρθρο 40. -Υποχρέωση ιδιωτών.
1. Ακόμα και ιδιώτες οφείλουν στις
συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο, αν αντιληφθούν οι ίδιοι
αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως, να την αναγγείλουν στον εισαγγελέα
πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο. η αναγγελία αυτή μπορεί
να γίνει είτε εγγράφως με μια αναφορά ή προφορικά, οπότε συντάσσεται έκθεση.
2. Στην αναφορά ή στην προφορική δήλωση πρέπει να αναφέρονται όλες οι
λεπτομέρειες που αφορούν την πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις.
3. Αν πολλοί πληροφορήθηκαν για την αξιόποινη πράξη, τότε καθένας έχει ξεχωριστό
την υποχρέωση αυτή.
Άρθρο 41. -Αίτηση δίωξης.
Στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι απαιτείται αίτηση της αρχής για να
ασκηθεί ποινική δίωξη, η αίτηση γίνεται σε κάθε εκπρόσωπο της εισαγγελικής
αρχής, γραπτό ή προφορικό, και συντάσσεται έκθεση.
Άρθρο 42. -Μήνυση αξιόποινων πράξεων.
1. Εκτός από
αυτόν που αδικήθηκε, και οποιοσδήποτε άλλος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει στην
αρχή τις αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, τις οποίες
πληροφορήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο.
2. Η μήνυση γίνεται απευθείας στον
εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε
από τον ίδιο το μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της
πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της
υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή
κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην
έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης. Μπορεί επίσης η μήνυση να γίνει και
προφορικό, οπότε συντάσσεται έκθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ.
3. Αν η μήνυση έγινε σε ανακριτικό υπάλληλο, αυτός τη στέλνει χωρίς χρονοτριβή
στον αρμόδιο για την ποινική δίωξη εισαγγελέα ή στο δημόσιο κατήγορο.
Άρθρο 43. -Έναρξη ποινικής δίωξης.
1. Ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη
μήνυση ή την αναφορά, είναι υποχρεωμένος να κινήσει ποινική δίωξη,
παραγγέλλοντας ανάκριση ή προανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας
κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, στις περιπτώσεις που η εισαγωγή αυτή
επιτρέπεται Αν όμως η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι
προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την
αρχειοθετεί και υποβάλλει αντίγραφο στον εισαγγελέα εφετών, αναφέροντας τους
λόγους που τον οδήγησαν να μην κινήσει ποινική δίωξη. Ο Εισαγγελέας Εφετών έχει
το δικαίωμα να διατάξει τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να κινήσει ποινική δίωξη.
2. Επίσης ο εισαγγελέας έχει το δικαίωμα να ενεργήσει προκαταρκτική εξέταση είτε
προσωπικό είτε με κάποιον από τους ανακριτικούς υπαλλήλους που αναφέρονται στο
άρθρο 33 παρ.1 και 2 και στο άρθρο 34, για να κρίνει αν πρέπει να κινήσει
ποινική δίωξη ή, αντίθετα, να θέσει τη μήνυση ή την αναφορά στο αρχείο (άρθρο 31
παρ.1 στοιχεία).
Άρθρο 44.
-Αναβολή και αναστολή ποινικής δίωξης.
1. Σε
περίπτωση πλημμελήματος, αν η ποινή που πιθανολογείται ότι θα επιβληθεί στον
υπαίτιο, αλλά και οι άλλες συνέπειές της κατά τον ποινικό κώδικα, είναι
μηδαμινές συγκριτικά με την ποινή που του έχει επιβληθεί αμετάκλητα στο
παρελθόν για άλλη πράξη και που τώρα την εκτίει, ο εισαγγελέας, με την έγκριση
του εισαγγελέα εφετών, έχει το δικαίωμα να αναβάλει για αόριστο χρόνο την
ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του. Ανόμως η ποινική δίωξη έχει αρχίσει,
την αναστολή της για αόριστο χρόνο την διατάσσει αμετάκλητα το δικαστικό
συμβούλιο ή το δικαστήριο με πρόταση του εισαγγελέα.
2. Παρόμοια αναβολή ή αναστολή
ποινικής δίωξης μπορεί να διαταχθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις και όταν ο
κατηγορούμενος έχει ήδη παραπεμφθεί στο ακροατήριο για βαρύτερη πράξη, εκτός αν
η ποινική δίωξη για την ελαφρότερη πράξη είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της
αλήθειας γενικά ή για την εκτίμηση του χαρακτήρα του κατηγορουμένου.
3. Και στις
δύο παραπάνω περιπτώσεις μπορεί αργότερα να διαταχθεί από τις ίδιες αρχές η
ποινική δίωξη ή η συνέχιση εκείνης που είχε ανασταλεί: α) αν η εκτέλεση της
ποινής που επιβλήθηκε και έγινε αφορμή να διαταχθεί αναστολή για την άλλη πράξη
έπαψε για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο και β) μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της
κατηγορίας που εκκρεμεί και έγινε αφορμή να ανασταλεί η δίωξη.
4. Στις
περιπτώσεις αναστολής της ποινικής δίωξης σύμφωνα με τις παρ.1, 2 και 3, δεν
θίγονται τα δικαιώματα των παθόντων, που μπορούν να τα επιδιώξουν στο αρμόδιο
πολιτικό δικαστήριο.
Άρθρο 45. -Αποχή από ποινική δίωξη.
Στις περιπτώσεις του εγκλήματος της εκβίασης, που τελείται με την απειλή ότι θα
αποκαλυφθεί αξιόποινη πράξη, ή της απάτης που, αν την καταμήνυε ο παθών, ήταν
ενδεχόμενο να αποκαλυφθεί από την ανάκριση ενοχή του για άλλη συναφή με την
απάτη πράξη και διωχθεί ποινικά, μπορεί ο εισαγγελέας, ύστερα από έγκριση του
εισαγγελέα εφετών, με αιτιολογημένη διάταξή του να απόσχει οριστικά από την
ποινική δίωξη για την πράξη της οποίας η αποκάλυψη απειλήθηκε με την εκβίαση ή
για την οποία ήταν δυνατό να διωχθεί αυτός που εξαπατήθηκε, με την προϋπόθεση
ότι η δίωξή της, συγκρινόμενη με τη βαρύτητα της εκβίασης ή της απάτης που
επρόκειτο να διωχθούν, δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου
συμφέροντος. Η διάταξη της παρ.4 του άρθρου 44 εφαρμόζεται και σ' αυτή την
περίπτωση.
ΤΡΙΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Έγκληση
Άρθρο 46.
-Έγκληση του παθόντος.
Αν ο παθών
θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με
όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ.2 και 3.
Άρθρο 47.
-Απόρριψη της έγκλησης.
1. Ο
εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και, αν κρίνει ότι αυτή δεν
στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με
διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα.
2. Ο
εισαγγελέας έχει το δικαίωμα να ενεργήσει προκαταρκτική εξέταση είτε ο ίδιος
είτε με έναν από τους ανακριτικούς υπαλλήλους που αναφέρονται στα άρθρα 33
παρ.1, 2 και 34. αν από την εξέταση πειστεί ότι η έγκληση είναι προφανώς ψευδής
στην ουσία της, την απορρίπτει σύμφωνα με όσα ορίζονται στην πρώτη παράγραφο.
3. Όσα
αναφέρονται στα άρθρα 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση.
Άρθρο 48.
-Δικαίωμα προσφυγής του εγκαλούντος.
Ο εγκαλών
μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διάταξης του εισαγγελέα κατά
τις παρ. 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα
εφετών κατά της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Η προθεσμία δεν παρ
εκτείνεται εξαιτίας της απόστασης. Για την προσφυγή συντάσσεται έκθεση από το
γραμματέα της εισαγγελίας ή από το γραμματέα του πταισματοδικείου της κατοικίας
ή της διαμονής του προσφεύγοντος, που τη διαβιβάζει στο γραμματέα της
εισαγγελίας. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχτεί την προσφυγή, διατάσσει τον
εισαγγελέα πλημμελειοδικών να ασκήσει ποινική δίωξη.
Άρθρο 49.
-Εφαρμογή στα πταίσματα.
1. Οι
ορισμοί των όρθρων 42, 43, 44, 46, 47 και 48 εφαρμόζονται και στα πταίσματα. Ως
προς αυτά, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του εισαγγελέα πλημμελειοδικών
ανήκουν στο δημόσιο κατήγορο και, όπου αυτός δεν υπάρχει, στον
πταισματοδίκη σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.2. τα δικαιώματα του εισαγγελέα εφετών
ανήκουν στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, και τα δικαιώματα του δικαστικού
συμβουλίου ή του δικαστηρίου (άρθρο 44) στον πταισματοδίκη.
2. Η
ποινική δίωξη προκειμένου για πταίσματα αναστέλλεται, εκτός από τις
περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 44, και για όσο χρόνο ο κατηγορούμενος
υπηρετεί για οποιονδήποτε λόγο στο στρατό και διαμένει εκτός έδρας του αρμόδιου
πταισματοδικείου. Ο δημόσιος κατήγορος διατάσσει την αναστολή με αιτιολογημένη
διάταξή του.
Άρθρο 50.
-Δίωξη μόνο με έγκληση.
1. Κατ'
εξαίρεση, στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στον ποινικό κώδικα ή σε άλλους
νόμους η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση του παθόντος.
2. Αφού
υποβληθεί η έγκληση, η ποινική δίωξη προχωρεί όπως και στα εγκλήματα που
διώκονται αυτεπαγγέλτως. Αν η δίωξη ασκήθηκε χωρίς έγκληση, η σχετική με την
έγκληση δήλωση μπορεί να γίνει από τον παθόντα και στο ακροατήριο πριν από την
έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Άρθρο 51.
-Παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος της έγκλησης.
1. Η
παραίτηση από το δικαίωμα έγκλησης γίνεται από τον ίδιο το δικαιούμενο ή από
ειδικό πληρεξούσιο σε συμβολαιογράφο, στον εισαγγελέα ή σε οποιονδήποτε
ανακριτικό υπάλληλο, και συντάσσεται σχετική έκθεση.
2.
Παραίτηση που γίνεται με όρους ή προθεσμία δεν έχει έννομα αποτελέσματα.
Ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέπεται.
3. Με την
ίδια δήλωση μπορεί να γίνει παραίτηση και από την πολιτική αγωγή για αποζημίωση.
Άρθρο 52.
-Ανάκληση της έγκλησης.
1. Ο
εγκαλών μπορεί είτε ο ίδιος είτε με ειδικό πληρεξούσιο να ανακαλέσει την
έγκληση.
2. Για τους
υπαλλήλους στους οποίους δηλώνεται η ανάκληση και για τον τρόπο με τον οποίο
αυτή πρέπει να γίνει εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 42. Η ανάκληση μπορεί
επίσης να γίνει και στο ακροατήριο σε όλη τη διάρκεια της δίκης και ωσότου
δημοσιευτεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση που
καταχωρίζεται στα πρακτικά. Αν η ανάκληση γίνει αργότερα, είναι απαράδεκτη.
Άρθρο 53.
-Έξοδα σε περίπτωση ανάκλησης.
Για την
ανάκληση που προβλέπεται στο άρθρο 52 δεν είναι απαραίτητη η προκαταβολή των
δικαστικών εξόδων και τελών, που βαρύνουν σε κάθε περίπτωση τον ανακαλούντα.
Αντίγραφο της έκθεσης που προβλέπεται στο άρθρο 52 ή των πρακτικών μαζί με την
εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων στέλνεται για είσπραξη στον αρμόδιο ταμ(α.
ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Άδεια για δίωξη
Άρθρο 54.
-Ποιες πράξεις δεν ενεργούνται χωρίς άδεια.
Ακόμα και
στις περιπτώσεις που χρειάζεται άδεια για δίωξη, μπορεί να ενεργηθεί ανάκριση
για την βεβαίωση του εγκλήματος και πριν χορηγηθεί η άδεια. Δεν επιτρέπεται μόνο
να ενεργηθούν ανακριτικές πράξεις που θίγουν το πρόσωπο για τη δίωξη του οποίου
χρειάζεται η άδεια.
Άρθρο 55.
-Άρνηση χορήγησης της άδειας.
1. Αν δεν
χορηγηθεί η άδεια, ο ανακριτής ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα αποφαίνεται ότι
γι' αυτό το λόγο δεν μπορεί προς το παρόν να γίνει δίωξη.
2. Ανάκληση
της άδειας που χορηγήθηκε δεν είναι δυνατή.
Άρθρο 56.
-Περισσότεροι κατηγορούμενοι.
Αν υπάρχουν
και άλλοι κατηγορούμενοι που δεν απολαμβάνουν το προνόμιο του άρθρου 54, η
ποινική δίωξη εναντίον τους προχωρεί χωρίς κώλυμα.
ΠΕΜΠΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δεδικασμένο
Άρθρο 57.
-Κώλυμα για νέα δίωξη.
1. Αν
κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη
εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια
πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.
2.
Εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 58,81 παρ.2, 525 και 526. 3. Αν παρά την
πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω
δεδικασμένου.
Άρθρο 58.
-Νέα άσκηση ποινικής δίωξης.
Η απόφαση,
ακόμη και εκείνη που έχει γίνει αμετάκλητη, όταν κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική
δίωξη για κάποια έλλειψη ή παρατυπία της έγκλησης, της αίτησης ή της άδειας, δεν
εμποδίζει τη νέα άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του Ίδιου προσώπου, αν η
έγκληση, η αίτηση ή η άδεια δοθεί κανονικά αργότερα.
ΕΚΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Προδικαστικά ζητήματα
Άρ8. 59.
-Προδικαστικά ποινικά ζητήματα στην ποινική δίκη.
Όταν η
απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή
ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη
απόφαση στη δεύτερη δίκη.
Άρθρο 60.
-Εξέταση νομικών ζητημάτων αστικής φύσης στην ποινική δίκη.
1. Το
ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά
τη διάρκεια της δίκης.
2. Η
ποινική δίωξη αναστέλλεται. όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί
απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.
Άρθρο 61.
-Eκκρεμότητα ζητημάτων αστικής φύσης στην πολιτική δίκη.
Όταν στο
πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των
πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το
ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος
της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί.
Άρθρο 62.
-Ισχύς της απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου για προδικαστικά ζητήματα.
Απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη
δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, αποτελεί όμως γι' αυτόν στοιχείο που το εκτιμά
ελεύθερα μαζί με άλλες αποδείξεις (άρθρα 177 και 178).
ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Νομιμοποίηση -Αρμοδιότητα
Άρθρο 63.
-Ενεργητική νομιμοποίηση.
Η πολιτική
αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο
ποινικό δικαστήριο από τους δικαιουμένους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα.
Άρθρο 64.
-Παθητική νομιμοποίηση.
1. Η
πολιτική αγωγή ασκείται εναντίον του κατηγορουμένου και, αν υπάρχει περίπτωση,
εναντίον και του αστικώς υπευθύνου ή εναντίον των νόμιμων αντιπροσώπων τους.
2. Με την
επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση
για την αποκατάσταση της ζημιάς ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της
ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικό σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το
άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως
πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορούμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και
μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο
ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84.
Άρθρο 65.
-Εξουσία του ποινικού δικαστηρίου στην πολιτική αγωγή.
1. Το
ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με την πολιτική αγωγή όταν
αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει δίωξη ή απαλλάσσει για οποιοδήποτε λόγο τον
κατηγορούμενο.
2. Το
ποινικό δικαστήριο που εξετάζει την πολιτική αγωγή είναι υποχρεωμένο να
αποφασίζει γι' αυτήν. Κατ' εξαίρεση μπορεί να την παραπέμψει στα πολιτικό
δικαστήρια για όσα κεφάλαια κρίνει την απαίτηση ανεκκαθάριστη, με την
προϋπόθεση ότι το ζητούμενο ποσό υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες δραχμές. Το
ποινικό δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα σε κάθε περίπτωση που εκδικάζει υπόθεση
αποζημίωσης.
3. Το
καθοριζόμενο στην παρ.2 όριο των απαιτήσεων αποζημίωσης του πολιτικώς ενάγοντος
που πηγάζουν από το έγκλημα μπορεί να αυξομειώνεται με προεδρικό διατάγματα που
εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Άρθρο 66.
-Πολιτική αγωγή εκκρεμής σε πολιτικό δικαστήριο.
1. Η
πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να εισαχθεί στο
ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία.
2. Αν ο
πολιτικώς ενάγων ασκήσει αυτό το δικαίωμα, δεν μπορεί να συνεχίσει τη δίκη στα
πολιτικό δικαστήρια, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 65.
3. Ο
ποινικός δικαστής αποφασίζει και για τα έξοδα που έχουν γίνει στην πολιτική
διαδικασία.
Άρθρο
67. -Πότε απαγορεύεται η νέα άσκηση πολιτικής αγωγής.
1. Αν ο
κατηγορούμενος καταδικάστηκε, η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό
δικαστήριο δεν μπορεί πια να ασκηθεί στο πολιτικό παρά μόνο για την εκκαθάριση
των ζημιών που γεννήθηκαν μετά την καταδικαστική απόφαση.
2. Μπορεί
όμως η πολιτική αγωγή να συνεχιστεί στο πολιτικό δικαστήριο στην περίπτωση που
την παρέπεμψε το ποινικό (άρθρο 65 παρ.2), καθώς και στις περιπτώσεις που
ορίζονται ειδικά στο νόμο.
Άρθρο 68.
-Άσκηση και διατύπωση της πολιτικής αγωγής.
1. Εκείνος
που έχει το δικαίωμα πολιτικής αγωγής μπορεί πάντοτε να επιδιώξει την
ικανοποίηση των απαιτήσεών του για αποζημίωση στο ποινικό δικαστήριο και στο
ακροατήριο ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 63 και
64, αν έχει επιδώσει δικόγραφο στον κατηγορούμενο κατά τις διατάξεις της
πολιτικής δικονομίας και σύμφωνα με την προθεσμία του άρθρου 167.
2. Κατ'
εξαίρεση, εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση
εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο
ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη
προδικασία.
3. Το ότι ο
πολιτικώς ενάγων δεν έχει εμφανιστεί κατά την έναρξη της αποδεικτικής
διαδικασίας δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση αναβολή της δίκης. Ο πολιτικώς
ενάγων που δεν έχει εμφανιστεί δεν κωλύεται από αυτόν και μόνο το λόγο να φέρει
την αγωγή του στο πολιτικό δικαστήριο. αλλά και στο ποινικό δικαστήριο μπορεί να
την υποστηρίξει, αν για οποιονδήποτε λόγο αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης.
4. Ο
πολιτικώς ενάγων μπορεί κατά την κρίση του δικαστηρίου να αποβληθεί από την
ποινική διαδικασία, αν, παρόλο που εμφανίστηκε έγκαιρα, αποχώρησε κατά τη
διάρκεια της συζήτησης. στην περίπτωση αυτή μπορεί να φέρει την αγωγή του στο
πολιτικό δικαστήριο.
Άρθρο 69.
-Παραίτηση από την πολιτική αγωγή.
1. Κατά τη
διάρκεια της δίκης και πριν από την έκδοση της απόφασης ο πολιτικώς ενάγων
μπορεί να παραιτηθεί από την αγωγή του, τηρώντας τις διατυπώσεις των άρθρων 83
και 84.
2. Η δήλωση
παραίτησης που γίνεται πριν από τη συζήτηση δημιουργεί αποτελέσματα, και αν
ακόμη δεν επιδοθεί στον κατηγορούμενο. όποιος όμως παραιτείται είναι
υποχρεωμένος να πληρώσει τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από την παράλειψη της
επίδοσης.
Άρθρο 70.
-Άσκηση πολιτικής αγωγής από τον εισαγγελέα.
Η πολιτική
αγωγή στην ποινική διαδικασία μπορεί να κινηθεί από τον εισαγγελέα όταν ο
ζημιωμένος είναι ανίκανος επειδή πάσχει από ψυχική ασθένεια και δεν έχει
αντιπρόσωπο νόμιμα διορισμένο ή όταν ζημιώθηκε το Δημόσιο. Στις περιπτώσεις
αυτές εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 65 παρ.2.
ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Άρθρο 71.
-Απαιτήσεις του κατηγορουμένου που αθωώθηκε.
1. Ο
κατηγορούμενος που αθωώθηκε σε δημόσια συνεδρίαση δικαιούται να υποβάλει αμέσως
και προφορικά στο ποινικό δικαστήριο τις απαιτήσεις που έχει από το μηνυτή ή από
αυτόν που υπέβαλε την έγκληση για αποζημίωση και έξοδα, και όταν ακόμη δεν
παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Το δικαστήριο αποφαίνεται, αφού ακούσει αυτόν που
υπέβαλε την αίτηση και το μηνυτή ή τον εγκαλούντα. Αν ο μηνυτής ή αυτός που
υπέβαλε την έγκληση δεν είναι παρών, το δικαστήριο παραπέμπει τις απαιτήσεις του
κατηγορουμένου που αθωώθηκε στα πολιτικά δικαστήρια. Αν εμφανίστηκε στην αρχή
της συζήτησης, αποχώρησε όμως κατόπιν και δεν είναι παρών κατά την προβολή των
απαιτήσεων του κατηγορουμένου, θεωρείται ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών.
2. Η
διάταξη του άρθρου 65 παρ.2 εφαρμόζεται ανάλογα και σ' αυτή την
περίπτωση.
ΤΕΤΑΡΤΟ
ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΔΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ
ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κατηγορούμενοι
Άρθρο 72.
-Ιδιότητα κατηγορουμένου.
Την
ιδιότητα του κατηγορουμένου την αποκτά εκείνος εναντίον του οποίου ο
εισαγγελέας άσκησε ρητά την ποινική δίωξη, εκείνος στον οποίο σε οποιοδήποτε
στάδιο της ανάκρισης αποδίδεται η αξιόποινη πράξη και εκείνος που αναφέρεται
στην μήνυση, στην έγκληση, στην αίτηση ή στην έκθεση για αξιόποινη πράξη.
Άρθρο 73.
-Διάρκεια και παύση της ιδιότητας του κατηγορουμένου.
Ο
κατηγορούμενος διατηρεί την ιδιότητά του ωσότου εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό
βούλευμα ή αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση και την αποκτά εκ νέου
στις περιπτώσεις του άρθρου 57 παρ.2.
Άρθρο 74.
-Αιτήσεις του κρατούμενου κατηγορουμένου.
Οι
αιτήσεις και οι δηλώσεις του κρατούμενου κατηγορουμένου υποβάλλονται με
έγγραφο, που παραδίδεται στο διευθυντή του καταστήματος όπου κρατείται, και
συντάσσεται έκθεση κατόπιν καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο και διαβιβάζονται
αμέσως στην αρμόδια αρχή ως προς τα νόμιμα αποτελέσματά τους οι αιτήσεις και οι
δηλώσεις θεωρούνται σαν να ε(χαν παραληφθεί απευθείας από την αρμόδια αρχή.
Άρθρο 75.
-Αδυναμία να βεβαιωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου.
Η αδυναμία
να βεβαιωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου με το όνομά του ή με τα άλλα
χαρακτηριστικά ή με τις άλλες ιδιότητες δεν εμποδίζει την εξέλιξη της ποινικής
δίωξης, αν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτός είναι το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η
αξιόποινη πράξη.
Άρθρο 76.
-Ψευδές όνομα ή ψευδείς ιδιότητες.
Αν ο
κατηγορούμενος αναφέρθηκε με ψευδές όνομα ή ψευδείς ιδιότητες, διατάσσεται η
διόρθωση σύμφωνα με τα άρθρα 564 παρ.2 και 145 σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ή
και κατά την εκτέλεση.
Άρθρο 77.
-Αμφιβολίες για την ταυτότητα του κατηγορουμένου.
1. Αν
υπάρχουν αμφιβολίες ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε στην ανάκριση ή στο
ακροατήριο είναι πράγματι το διωκόμενο, ο ανακριτής ή το δικαστήριο σε κάθε
στάδιο της διαδικασίας προχωρούν από μόνοι τους στη βεβαίωση της ταυτότητας,
χρησιμοποιώντας κάθε αποδεικτικό μέσο. Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατό να
ανασταλεί η ποινική διαδικασία για το πρόσωπο αυτό, ωσότου βεβαιωθεί η ταυτότητά
του.
2. Αν η
ταυτότητα του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποδειχθεί, βεβαιώνεται το γεγονός
αυτό στην απόφαση και ταυτόχρονα διατάσσεται η απόλυση εκείνου που έχει
συλληφθεί ή που κρατείται προσωρινά, ωσότου εξακριβωθεί η ταυτότητα. Ο δικαστής,
ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να επιβάλει στον απολυόμενο την καταβολή
εγγύησης ή άλλους όρους. Για τον καθορισμό, την κατάθεση και την τύχη της
εγγύησης και των άλλων όρων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 294 παρ.3, 296,
297, 301, 302, 303 και 304.
3. Όσα
αναφέρονται στην παρ.2 τα διατάσσει ο ανακριτής κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.
Άρθρο 78.
-Ζήτημα ταυτότητας στον Άρειο Πάγο.
Αν οι
αμφιβολίες για την ταυτότητα δημιουργηθούν για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο,
διατάσσεται αυτεπαγγέλτως εξέταση. η εξέταση ενεργείται από το εφετείο που
ορίζει ο Άρειος Πάγος και που αποφαίνεται αμετάκλητα για την ταυτότητα.
Άρθρο 79.
-Πλάνη σχετικό με την ταυτότητα του προσώπου του κατηγορουμένου.
Όταν
προκύψει σαφώς ότι η διαδικασία στρέφεται εναντίον κατηγορουμένου από πλάνη ως
προς την ταυτότητα του προσώπου του, ο δικαστής αποφαίνεται ότι η ποινική δίωξη
θεωρείται σαν να μην έγινε.
Άρθρο 80.
-Ψυχική ασθένεια του κατηγορουμένου.
1. Όταν ο
κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών του
λειτουργιών, το δικαστήριο, αν δεν πρόκειται να εκδώσει αθωωτική απόφαση,
διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας. Αν ο κατηγορούμενος τελεί σε προσωρινή
κράτηση, το δικαστήριο διατάσσει ταυτόχρονα και την τοποθέτησή του σε δικαστικό
ψυχιατρείο και σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιο, σε άλλο ψυχιατρείο, κατά
προτίμηση δημόσιο.
2. Για τη
βεβαίωση της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου διατάσσεται προηγουμένως
πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 200).
3. Αν η
κατάσταση αυτή προκύψει πριν από το τέλος της ανάκρισης, τα παραπάνω τα
διατάσσει ο ανακριτής, χωρίς να εμποδίζεται από το λόγο αυτό στην ενέργεια των
αναγκαίων πράξεων για τη βεβαίωση του εγκλήματος.
4. Αν
διαταχθεί αναστολή, η πολιτική αγωγή μπορεί να ασκηθεί στα πολιτικά δικαστήρια.
5. Η
εξακολούθηση της διαδικασίας, αν πάψουν να υπάρχουν οι λόγοι της αναστολής,
διατάσσεται από το δικαστήριο ή τον ανακριτή σύμφωνα με τις διακρίσεις των παρ.1
και 3.
Άρθρο 81.
-Αμφιβολίες για το θάνατο του κατηγορουμένου.
1. Αν
υπάρχουν αμφιβολίες για το θάνατο του κατηγορουμένου, διατάσσεται η αναβολή της
διαδικασίας ωσότου βεβαιωθεί ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται στη ζωή, οπότε η
διαδικασία αρχίζει εκ νέου. Η αναβολή όμως αυτή δεν εμποδίζει να γίνουν οι
αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για να βεβαιωθεί το έγκλημα.
2. Αν
εξακριβωθεί κατά τη διαδικασία των όρθρων 77 και 78 πως από πλάνη έγινε δεκτό
ότι ο κατηγορούμενος δεν ζει, η απόφαση να πάψει η ποινική δίωξη (άρθρα 309
παρ.1 στοιχ.β', 310 παρ.1 και 370 στοιχ.β') θεωρείται σαν να μην εκδόθηκε. Στην
περίπτωση αυτή για το χρονικό διάστημα από την παύση της ποινικής δίωξης έως την
επανάληψή της εφαρμόζονται οι διατάξεις του ποινικού κώδικα για αναστολή της
παραγραφής.
ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Πολιτικώς ενάγοντες
Άρθρο
82. -Δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
1. Όποιος
έχει το δικαίωμα να ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο (άρθρο 63)
μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία.
2. Οι
ανήλικοι και όσοι άλλοι ανίκανοι παρίστανται με τους νόμιμους αντιπροσώπους τους
σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του αστικού κώδικα.
3. Η δήλωση
παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος δεν αναπληρώνει την έγκληση στις περιπτώσεις
που αυτή είναι απαραίτητη για την ποινική δίωξη (άρθρο 50).
Άρθρο 83.
-Διατυπώσεις της δήλωσης.
1. Η δήλωση
του πολιτικώς ενάγοντος γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο, έως την
περάτωση των ανάκρισης (άρθρο 308) προς τον αρμόδιο εισαγγελέα αυτοπροσώπως είτε
από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική, η οποία έχει
δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ.2 εδάφ.β' και γ. Κατά την κατάθεση της δήλωσης
συντάσσεται έκθεση, στην οποία προσαρτάται και το έγγραφο της πληρεξουσιότητας.
Τέλος, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, ακόμη και
κατά το χρόνο που εξετάζεται ως μάρτυρας ο ζημιωμένος.
2. Η
παράλειψη της δήλωσης του πολιτικώς ενάγοντος δεν επηρεάζει το δικαίωμά του να
ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 68.
Άρθρο 84.
-Περιεχόμενο της δήλωσης.
Η δήλωση
είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία
παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το
δικαίωμα της παράστασης, καθώς και το διορισμό αντικλήτου στην έδρα του
δικαστηρίου αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Στον
αντίκλητο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις και οι κοινοποιήσεις που
αφορούν τον πολιτικώς ενάγοντα. Την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου στην πιο
πάνω περίπτωση έχει ο αδικηθείς και όταν εγείρει αγωγή ή υποβάλει απαίτηση στο
ποινικό δικαστήριο (άρθρο 68 παρ.1 και 2). Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του
αδικηθέντος που έχει διορισθεί νόμιμα και έχει γνωστοποιηθεί στην προδικασία ή
στο ακροατήριο είναι και αντίκλητος.
Άρθρο 85.
-Αντιρρήσεις κατά της παράστασης.
Ο
κατηγορούμενος και ο αστικώς υπεύθυνος μπορούν να υποβάλλουν αντιρρήσεις κατά
της δήλωσης να παραστεί πολιτική αγωγή, και πάντως πριν από την έκδοση του
οριστικού βουλεύματος.
Άρθρο 86.
-Διατυπώσεις των αντιρρήσεων και σχετική απόφαση.
1. Το
έγγραφο με τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου ή του αστικώς υπευθύνου πρέπει να
περιέχει τους λόγους που τις στηρίζουν παραδίδεται στο γραμματέα της
εισαγγελίας, και συντάσσεται έκθεση. Για τις αντιρρήσεις αποφασίζει το συμβούλιο
αμετάκλητα' αν η προβολή τους έγινε μετά την υποβολή της πρότασης του εισαγγελέα
για την ουσία της υπόθεσης, το συμβούλιο αποφασίζει με το βούλευμα που εκδίδει
γι' αυτήν.
2. Οι
αντιρρήσεις δεν εμποδίζουν την εξέλιξη της ανάκρισης.
Άρθρο 87.
-Αυτεπάγγελτη αποβολή.
Η δήλωση
για την παράσταση πολιτικής αγωγής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της προδικασίας
να κηρυχθεί απαράδεκτη από το συμβούλιο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα ή και
αυτεπαγγέλτως.
Άρθρο 88.
-Αποτελέσματα της αποβολής.
1. Ο
πολιτικώς ενάγων, του οποίου η παράσταση έχει κηρυχθεί απαράδεκτη, δεν κωλύεται
να ασκήσει την αγωγή του στο ποινικό δικαστήριο που δικάζει την κατηγορία.
2. Αν ο
πολιτικώς ενάγων αποβληθεί, παραμένουν ισχυρές όλες οι πράξεις της διαδικασίας
που έγιναν πριν από την αποβολή του και στις οποίες τυχόν παρευρισκόταν.
3. Το
ποινικό δικαστήριο αποφασίζει για τα έξοδα που προκάλεσε η παράσταση του
πολιτικώς ενάγοντος που αποβλήθηκε. Το ίδιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και
για την αποζημίωση των αντιδίκων του πολιτικώς ενάγοντος, εκτός αν αυτή δεν
είναι εκκαθαρισμένη.
ΤΡΙΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αστικώς υπεύθυνοι
Άρθρο 89.
-Κλήτευση.
1. Αν ο
πολιτικώς ενάγων θέλει να κλητεύσει στο ποινικό δικαστήριο και τον αστικώς
υπεύθυνο για την πληρωμή της αποζημίωσης, τον καλεί στην ποινική δίκη
επιδίδοντάς του και την κλήση και το δικόγραφο της πολιτικής αγωγής κατά το
άρθρο 68 παρ.1. Η κλήση πρέπει να περιέχει και τα στοιχεία της νομιμοποίησης του
αστικώς υπευθύνου' αλλιώς, είναι άκυρη. Ο ζημιωμένος απαιτεί κατά το άρθρο 68
παρ.2 την πληρωμή της χρηματικής ικανοποίησής του από τον αστικώς υπεύθυνο, αν
τον κλητεύσει στην ποινική δίκη τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση
σύμφωνα με τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Και στις δύο περιπτώσεις
επιδίδεται αντίγραφο της κλήσης στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα μέσα στις
ίδιες προθεσμίες και με τις ίδιες διατυπώσεις.
2. Ο
εισαγγελέας καλεί αυτεπαγγέλτως στην ποινική δίκη τον αστικώς υπεύθυνο για την
πληρωμή των χρηματικών ποινών και εξόδων με τις ίδιες διατυπώσεις και μέσα στις
ίδιες προθεσμίες που καλεί τον κατηγορούμενο. Η κλήση πρέπει να αναφέρει το
άρθρο του νόμου στο οποίο βασίζεται η αστική του ευθύνη. Στην κύρια ανάκριση ο
αστικώς υπεύθυνος καλείται σύμφωνα με το άρθρο 90.
3. Και ο
κατηγορούμενος στην περίπτωση που θα απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη μπορεί να
κλητευτεί σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 ως αστικώς υπεύθυνος για την πράξη των
συγκατηγορουμένων του.
4. Ο
εισαγγελέας μπορεί να κλητεύσει τον αστικώς υπεύθυνο για τις αποζημιώσεις και τη
χρηματική ικανοποίηση μόνο όταν ασκεί την πολιτική αγωγή κατά το άρθρο 70. Η
κλήτευση αυτή κοινοποιείται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με την παρ.1 αυτού του
άρθρου.
5. Ο
αστικώς υπεύθυνος μόλις κλητευθεί αποκτά την ιδιότητα διαδίκου στην ποινική
διαδικασία (άρθρα 96 κ.ε.).
Άρθρο 90.
-Διατυπώσεις κλήτευσης κατά την ανάκριση.
Η κλήτευση
του αστικώς υπεύθυνου για την πληρωμή των χρηματικών ποινών και εξόδων στην
κύρια ανάκριση γίνεται από τον ανακριτή με αίτηση του εισαγγελέα, Η κλήση
περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.1 του άρθρου 89 και επιδίδεται και στον
κατηγορούμενο.
Άρθρο 91.
-Παρέμβαση του αστικώς υπευθύνου.
1. Ο
αστικώς υπεύθυνος μπορεί πάντοτε να παρέμβει εκουσίως στην ποινική δίκη.
2. Η
παρέμβαση είναι δεκτή ως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Μπορεί επίσης
να γίνει και κατά την προδικασία, μόνο όμως όταν ενεργείται κύρια ανάκριση.
Άρθρο 92.
-Διατυπώσεις της παρέμβασης.
1. Η
παρέμβαση γίνεται με γραπτή ή προφορική δήλωση ή και από πληρεξούσιο. που έχει
ειδική πληρεξουσιότητα. στον αρμόδιο εισαγγελέα ή στον ανακριτή που διεξάγει
την ανάκριση. και συντάσσεται έκθεση. Η παρέμβαση επιδίδεται με τη φροντίδα
εκείνου που παρεμβαίνει στους άλλους διαδίκους και στον εισαγγελέα αν δεν
ασκήθηκε ενώπιόν του.
2. Αν η
δήλωση γίνει στο ακροατήριο καταχωρίζεται στα πρακτικά από το γραμματέα.
3. Κατά τα
λοιπό πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 84. Αν ο αστικώς υπεύθυνος που
έχει κλητευθεί ή παρέμβει έχει κατοικία ή διαμονή στην αλλοδαπή, εφαρμόζονται
ανάλογα οι διατάξεις του στοιχ.ε' της παρ.1 του άρθρου 273. Την κατά το στοιχ.δ'
του ίδιου άρθρου υπόμνηση οφείλει να κάνει ο εισαγγελέας ή ο ανακρίνων ή ο
διευθύνων τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά περίπτωση.
Άρθρο 93.
-Αν παραιτηθεί ο πολιτικώς ενάγων.
Η κλήτευση
του αστικώς υπευθύνου για τις αποζημιώσεις και τη χρηματική ικανοποίηση του
ζημιωμένου δεν έχει αποτελέσματα, αν ο πολιτικώς ενάγων αποβληθεί ή παραιτηθεί
από την αγωγή του σύμφωνα με τα άρθρα 86 και 69.
Άρθρο 94.
-Αποβολή του αστικώς υπευθύνου.
Όποιος
κλητεύθηκε ή έκανε παρέμβαση ως αστικώς υπεύθυνος μπορεί να αποβληθεί από την
ποινική διαδικασία με αίτηση δική του ή του εισαγγελέα ή των διαδίκων ή και
αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή από το δικαστικό συμβούλιο κατά τη διάρκεια
της ανάκρισης.
Άρθρο 95.
-Διατυπώσεις για την αίτηση αποβολής και αντιρρήσεις.
1. Η αίτηση
αποβολής του αστικώς υπευθύνου που υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της προδικασίας
πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Κατατίθεται στον ανακριτή, εκτός αν έχει
περατωθεί η ανάκριση, οπότε κατατίθεται στον εισαγγελέα.
2. Μέσα σε
τρεις ημέρες από την κατάθεση η αίτηση επιδίδεται σ' αυτόν που προκάλεσε την
κλήτευση ή έκανε την παρέμβαση.
3. Κατά της
αίτησης αποβολής μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των
άρθρων 85-88.
ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δικαιώματα των διαδίκων
Άρθρο 96.
-Διορισμός και αριθμός συνηγόρων των διαδίκων.
1. Κάθε
διάδικος δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ποινική
διαδικασία με περισσότερους από δύο συνηγόρους στην προδικασία και τρεις στο
ακροατήριο.
2. Ο
διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου γίνεται: α) με
προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση κατά την απολογία
του κατηγορουμένου ή στην κατάθεση του διαδίκου ως μάρτυρα ή β) με έγγραφη
δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδάφ. β' και γ'. Ο διορισμός
παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις
διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η
πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική
πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται
ρητό.
Άρθρο 97.
-Σε ποιες πράξεις παρίστανται οι διάδικοι.
1. Οι
διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με
εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων, εκτός αν πρόκειται για
την περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 219. Γι' αυτό το σκοπό προσκαλούνται έγκαιρα
οι διάδικοι να παρευρεθούν οι ίδιοι ή να εκπροσωπηθούν από τους συνηγόρους τους.
2. Αν ο
κατηγορούμενος κρατείται, θα πρέπει να προσαχθεί, εκτός αν η προσαγωγή του
δημιουργεί δυσχέρειες.
Άρθρο 98.
-Αδυναμία παράστασης.
Αν η
παρουσία των διαδίκων δεν είναι για οποιονδήποτε λόγο δυνατή, η πράξη ενεργείται
και χωρίς αυτούς. Ύστερα όμως από αίτηση του ενδιαφερομένου μπορεί η πράξη να
αναβληθεί για άλλο χρόνο αν δεν βλάπτεται η ανάκριση.
Άρθρο 99.
-Ερωτήσεις και παρατηρήσεις.
Οι διάδικοι
που παρίστανται και οι συνήγοροί τους δικαιούνται να απευθύνουν ερωτήσεις και
να υποβάλλουν παρατηρήσεις, που καταχωρίζονται με αίτησή τους στην έκθεση.
Άρθρο 100.
-Παράσταση του κατηγορουμένου με συνήγορο.
1. Ο
κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα στην απολογία του και σε κάθε εξέτασή του, ακόμη
και σ' αυτήν που γίνεται σε αντιπαράσταση με μάρτυρες ή άλλους κατηγορουμένους,
να παρίσταται με συνήγορο. Γι' αυτό το σκοπό προσκαλείται εικοσιτέσσερις ώρες
πριν από κάθε ανακριτική ενέργεια.
2.
Επιτρέπεται σύντμηση της προθεσμίας αυτής, αν από την αναβολή δημιουργείται
κίνδυνος που η ύπαρξή του βεβαιώνεται ειδικό με έκθεση του ανακριτή ή του
ανακριτικού υπαλλήλου.
3. Ο
ανακριτής έχει την υποχρέωση να διορίσει αυτεπαγγέλτως συνήγορο, αν το ζητήσει
ρητό ο κατηγορούμενος.
4. Σε καμία
περίπτωση δεν μπορεί να απαγορευθεί η επικοινωνία του κατηγορουμένου με τον
συνήγορό του.
Άρθρο
101. -Ανακοίνωση των εγγράφων της ανάκρισης.
1. Ο
ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανιστεί ή οδηγηθεί σ' αυτόν ο
κατηγορούμενος για ν' απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενο των εγγράφων
της ανάκρισης. Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο
συνήγορος του τα έγγραφα της ανάκρισης' στον κατηγορούμενο χορηγούνται αντίγραφα
με δική του δαπάνη και με γραπτή αίτησή του, που παραδίδεται στον ανακριτή.
2. Την ίδια
υποχρέωση έχει ο ανακριτής, και τα ίδια δικαιώματα ο κατηγορούμενος, όταν
κληθεί ξανά σε συμπληρωματική απολογία" πάντως μετά το τέλος της ανάκρισης και
προτού διαβιβαστεί η απολογία στον εισαγγελέα (άρθρο 308 παρ.1), καλείται
πάντοτε ο κατηγορούμενος να μελετήσει όλη τη δικογραφία. Αν όμως η ανάκριση
εξακολούθησε περισσότερο από μήνα μετά την πρώτη ή κάθε μεταγενέστερη απολογία,
δικαιούται ο κατηγορούμενος να ασκεί τα δικαιώματά του μια φορά το μήνα, και
κάθε φορά ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση κάτω από την απολογία του
κατηγορουμένου.
Άρθρο 102.
-Προθεσμία για την απολογία.
1. Ο
κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει προθεσμία έως σαράντα οκτώ ώρες και
δεν έχει υποχρέωση να απολογηθεί πριν περάσει η προθεσμία.
2. Ο
ανακριτής μπορεί να παρατείνει την προθεσμία ύστερα από αίτηση του
κατηγορουμένου.
Άρθρο 103.
-Εξήγηση των δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο.
Αμέσως μετά
τη βεβαίωση της ταυτότητας του κατηγορουμένου, ο ανακριτής του εξηγεί με
σαφήνεια όλα τα παραπάνω δικαιώματά του συντάσσεται έκθεση για την εξήγηση και
για την απάντηση του κατηγορουμένου, ο οποίος και υπογράφει την έκθεση.
Άρθρο 104.
-Δικαιώματα του κατηγορουμένου στην προανάκριση.
1. Τα
δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 100 παρ.1, 2 και 4, 101, 102 και 103 τα
έχει ο κατηγορούμενος και στην προανάκριση. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν είναι
υποχρεωτικό να τηρηθεί η διάταξη της δεύτερης περιόδου της παρ.2 του άρθρου 101.
2. Όταν
ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 243 παράγραφος 1, ο κατηγορούμενος
μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα, που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 και να
υποβάλει εγγράφως την απολογία του εκπροσωπούμενος από συνήγορο, που διορίζεται
κατά το άρθρο 96 παρ.2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του,
κατά την κρίση εκείνου που ενεργεί την προανάκριση. Ο κατηγορούμενος
εκπροσωπούμενος δια του συνηγόρου υποχρεούται να δηλώσει τη διεύθυνση της
κατοικίας του, εφαρμοζόμενων αναλόγως των εδαφίων γ' και ε' του άρθρου 273.
Άρθρο 105.
-Εξαίρεση στο αυτόφωρο έγκλημα.
Στις
περιπτώσεις αυτόφωρου εγκλήματος, για το οποίο ενεργείται προανάκριση χωρίς
παραγγελία του εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος μπορεί να στερηθεί τα παραπάνω
δικαιώματα, εκτός από το δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, αν κατά την κρίση
εκείνου που ενεργεί την προανάκριση βλάπτεται από την άσκηση των δικαιωμάτων
αυτών το έργο της ανάκρισης για την ανακάλυψη της αλήθειας.
Άρθρο 106.
-Εξαίρεση για ορισμένα εγκλήματα.
Στα
εγκλήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας και της εκβίασης μπορεί
πάντοτε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 105 με απόφαση του δικαστικού
συμβουλίου ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ο
κατηγορούμενος μελετά τα έγγραφα αμέσως μόλις του δηλώσει ο ανακριτής ότι
τελείωσε την ανάκριση' ο κατηγορούμενος έχει τότε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει
οποιοδήποτε μέσο υπεράσπισης και να προτείνει μάρτυρες που ο ανακριτής οφείλει
να τους εξετάσει, εκτός αν έχει αντιρρήσεις, οπότε είναι υποχρεωμένος να
προκαλέσει απόφαση του δικαστικού συμβουλίου.
Άρθρο 107.
-Δικαιώματα αστικώς υπευθύνου.
Ο αστικώς
υπεύθυνος έχει όλα τα παραπάνω δικαιώματα του κατηγορουμένου και τα ασκεί από
τη στιγμή που θα κληθεί με την ιδιότητα αυτή από τον ανακριτή ή τον ανακριτικό
υπάλληλο για να εξεταστεί Τα ίδια δικαιώματα ασκεί και στην περίπτωση του
επόμενου άρθρου.
Άρθρο 108.
-Δικαιώματα πολιτικώς ενάγοντος.
Ο πολιτικώς
ενάγων έχει επίσης τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 101, 104, 105 και
106. τα δικαιώματα αυτά μπορεί να τα ασκήσει από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος
θα κληθεί σε απολογία ή θα εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης ή βίαιης
προσαγωγής.
ΠΕΜΠΤΟ
ΤΜΗΜΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ
ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αρμοδιότητα καθ' ύλην
Άρθρο 109.
-Μικτό ορκωτό δικαστήριο.
Το μικτό
ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό: α) τα κακουργήματα, εκτός από εκείνα
που ανήκόυν στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων, και β) τα πολιτικό
πλημμελήματα.
Άρθρο 110.
-Καταργήθηκε με το άρθρο 4 του ν 969/1979.
Άρθρο 111.
-Δικαστήριον εφετών.
Το
δικαστήριο εφετών δικάζει:
1. Τα
κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικό με το νόμισμα, τα
υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακό δίκαια, την Ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου,
νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα
με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας, ή αν τελέστηκαν
από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου
δημόσιου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο
άρθρο 263α του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με
αυτό ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο
πάνω νομικό πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών.
2. Τα
κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας που προβλέπονται από το
Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή
νομικού προσώπου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που
πέτυχε ή επιδίωξε με αυτό ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά
του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των πέντε
εκατομμυρίων δραχμών".
3. Το ποσό
των 250.000 δραχμών που προβλέπεται από τα άρθρα 1 και 2 του ν 1608/1950 "περί
αυξήσεων των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του δημοσίου", όπως
τροποποιήθηκε από το νδ 790/70 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού
Κώδικας και του Κώδικας Ποινικής Δικονομίας" και το ν 495/1976 "περί όπλων,
εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων και άλλων τινών ποινικών διατάξεων",
αυξάνεται σε 2.000.000 δραχμές. Το όριο αυτό των 2.000.000 δραχμών ισχύει είτε ο
κατηγορούμενος είναι πολίτης είτε είναι στρατιωτικός.
4. Τα
εγκλήματα της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμων εταιριών και τραπεζών.
5. Τα
κακουργήματα της πειρατείας και τα κακουργήματα κατά της ασφάλειας της
σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, που προβλέπονται στον
ποινικό κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους, καθώς και τα συναφή με αυτό
πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από
τα ως άνω κύρια κακουργήματα.
6. Το
κακούργημα της ανθρωποκτονίας σε μονομαχία.
7. Τα
πλημμελήματα των αρχιερέων, των νομαρχών, των δικηγόρων, των
δικαστών
πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων,
συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των
μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων .και εισηγητών του, των
μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Γενικού Επιτρόπου και των αντεπιτρόπων που
υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του Γενικού Επιτρόπου, του επιτρόπου και των
αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
8. Τις
εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου και κατά των
αποφάσεων που εκδίδονται από το πολυμελές πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρου
116 παρ.1. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου των εφετών σύμφωνα με
το άρθρο 499.
Άρθρο 112.
-Τριμελές πλημμελειοδικείο.
Το τριμελές
δικαστήριο πλημμελειοδικών δικάζει:
1. Τα
πλημμελήματα, εκτός από όσα ανήκουν στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών
δικαστηρίων, του δικαστηρίου των εφετών, του μονομελούς πλημμελειοδικείου και
του δικαστηρίου ανηλίκων.
2. Τα
πταίσματα των αρχιερέων, νομαρχών, δικηγόρων, των δικαστών πολιτικής, ποινικής
και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων,
των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της
Επικρατείας, των παρέδρων και εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
του Γενικού Επιτρόπου και των αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του
Γενικού Επιτρόπου, του επιτρόπου και των αντεπιτρόπων της επικρατείας στα
τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
3. Τις
εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου.
Άρθρο 113.
-Δικαστήριο ανηλίκων.
1. Τα
δικαστήρια ανηλίκων δικάζουν τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους,
ηλικίας από δώδεκα έως και δεκαεφτά ετών, με τις παρακάτω διακρίσεις:
Α. Το
μονομελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει: α) τις πράξεις που τελούνται από
ανηλίκους, εκτός από εκείνες που δικάζονται από το τριμελές δικαστήριο
ανηλίκων' β) τα πταίσματα που τελούνται από ανηλίκους στην έδρα του πρωτοδικείου
και γ) τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου για ανηλίκους. Το
μονομελές δικαστήριο ανηλίκων επιβάλλει επίσης τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά
μέτρα που ορίζονται από τον ποινικό κώδικα εναντίον των παιδιών που τελούν
αξιόποινες πράξεις.
β) Το
τριμελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει τις αξιόποινες πράξεις που τελοι1νται από
ανηλίκους, για τις οποίες η ποινή περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα που
πρέπει να επιβληθεί σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα είναι τουλάχιστον πέντε ετών.
γ) Το
εφετείο ανηλίκων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των τριμελών δικαστηρίων
ανηλίκων που λειτουργούν στα πλημμελειοδικεία.
Η παρ.2 του
άρθρου 9 εφαρμόζεται και εδώ.
2. Το άρθρο
119 εφαρμόζεται ανάλογα στις περιπτώσεις των εδαφίων Α και Β της προηγούμενης
παραγράφου.
Άρθρο 114.
-Μονομελές πλημμελειοδικείο.
Το
μονομελές πλημμελειοδικείο δικάζει:
Α) Τα
πλημμελήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση έως ενός έτους ή με χρηματική ποινή
οποιουδήποτε ποσού, εκτός από: ο) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των
μικτών ορκωτών δικαστηρίων και των εφετείων, καθώς και τα συναφή με αυτά (άρθρα
109-111 και 128)' β) τα πλημμελήματα της πλαστογραφίας, μοιχείας και
εγκατάλειψης εγκύου' γ) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου
ανηλίκων και δ) εκείνα που τελούνται δια του τύπου.
β) Τα
δασικά (εκτός από τον εμπρησμό), τα αγροτικά σε βαθμό πλημμελήματος και τα
αγορανομικά αδικήματα καθώς και τα εγκλήματα: α) του άρθρου 79 του νόμου
5960/1933 "περί επιταγής", β) των άρθρων 1 και 2 του αν 86/1967 "περί επιβολής
κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολήν και την απόδοσιν εισφορών εις
Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως", γ) του άρθρου 17 παρ.8 του νόμου 1337/1983
για την "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές
ρυθμίσεις" και δ) του άρθρου 3 του νόμου 1436/1984 για τη "σύσταση εμπορικού
παρεμβατικού οργανισμού και μερικές άλλες διατάξεις.
η Τις
εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου, καθώς και κατά των αποφάσεων
που εκδίδονται από το ειρηνοδικείο σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.1.
Άρθρο 115.
-Πταισματοδικείο.
Το
πταισματοδικείο δικάζει τα πταίσματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην
αρμοδιότητα των πλημμελειοδικών και του δικαστηρίου ανηλίκων (άρθρα 112, 113).
Άρθρο
116. -Αρμοδιότητα για τα εγκλήματα που τελούνται στο ακροατήριο.
1. Κάθε
ποινικό δικαστήριο δικάζει αμέσως τα αυτόφωρα πλημμελήματα και τα πταίσματα που
τελούνται στο ακροατήριό του κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αν αυτά υπάγονται
στην αρμοδιότητα του καθ' ύλην δικαστηρίου που συνεδριάζει ή κατώτερου, ακόμη
και εάν ο υπαίτιος ανήκει στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων.
Την ίδια εξουσία έχει ο Άρειος Πάγος για όλα τα πλημμελήματα και τα πταίσματα'
από τα πολιτικά δικαστήρια το ειρηνοδικείο έχει εξουσία για τα πταίσματα, και
όλα τα άλλα δικαστήρια για τα πλημμελήματα και τα πταίσματα που υπάγονται στην
καθ' ύλην αρμοδιότητα του αντίστοιχου ή κατώτερου ποινικού δικαστηρίου. Ως προς
τη διαδικασία εφαρμόζονται τα άρθρα 417-424 του κώδικα.
2. Αν το
δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δικάσει αμέσως το πλημμέλημα, ο δράστης
συλλαμβάνεται και παραπέμπεται σύμφωνα με το άρθρο 279 στον αρμόδιο εισαγγελέα,
ο οποίος, αν συντρέχει περίπτωση, εφαρμόζει τα άρθρα 417 κε. Αν όμως ο δράστης
είναι δικηγόρος, συνήγορος διαδίκου, η σύλληψη εκτελείται αφού ασκήσει τα
καθήκοντά του στη δίκη.
3. Αν για
οποιονδήποτε λόγο το πλημμέλημα ή το πταίσμα που διαπράχθηκε στο ακροατήριο δεν
δικάστηκε αμέσως, δεν αποκλείεται να διωχθεί στη συνέχεια με την κοινή
διαδικασία.
Άρθρο ΙΙ7.
-Αρμοδιότητα για την εξύβριση και τη δυσφήμιση του δικαστηρίου.
1. Αν κατά
τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου τελέστηκε στο ακροατήριό του
περιύβριση του δικαστηρίου ή μέλους του (άρθρο 181 παρ.1 ΠΚ) ή εξύβριση ή
δυσφήμηση μέλους του δικαστηρίου (άρθρα 361, 362 και 363 ΠΚ) τα εγκλήματα αυτά
δικάζονται αμέσως από το ίδιο δικαστήριο, που όμως συγκροτείται από άλλους
δικαστές, ακόμη και αν ο υπαίτιος υπάγεται στην ιδιάζουσα ή εξαιρετική
δικαιοδοσία. Αν η διαφορετική σύνθεση δεν είναι δυνατή για λόγο που βεβαιώνεται
ειδικά στα πρακτικά και στην απόφαση, η άμεση εκδίκαση γίνεται από τους ίδιους
δικαστές.
2. Αν ο
υπαίτιος της εξύβρισης ή της δυσφήμησης που αναφέρεται στην προηγούμενη
παράγραφο είναι δικηγόρος που ασκεί καθήκοντα συνηγόρου και η διαφορετική
σύνθεση του δικαστηρίου δεν είναι δυνατή για λόγο που βεβαιώνεται με τον
παραπάνω τρόπο, η πράξη αναφέρεται στα πρακτικά της συνεδρίασης και εφαρμόζεται
η διάταξη του άρθρου 38 παρ. l' στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η σύλληψη
του δράστη συνηγόρου. Αν στη συνέχεια αποφασιστεί από την αρμόδια αρχή η
παραπομπή του σε δίκη, η εκδίκαση γίνεται από το δικαστήριο που προσδιορίζεται
σύμφωνα με τα άρθρα 136 και 137. Αν η πράξη εκδικαστεί αμέσως, η απόφαση που
εκδίδεται εις βάρος του συνηγόρου εκτελείται μόνο όταν αυτός εκπληρώσει εντελώς
τα καθήκοντά του στη δίκη κατά τη διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε το έγκλημα.
Άρθρο 118.
-Περίπτωση αναβολής.
Αν το
δικαστήριο που σύμφωνα με τα άρθρα 116 και 117 είναι αρμόδιο να δικάσει αμέσως
το έγκλημα αναβάλει για οποιονδήποτε λόγο τη δίκη (άρθρο 423), μπορεί να
διατάξει την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου που έχει συλληφθεί, αν τούτο
επιτρέπεται' στην περίπτωση αυτή η περαιτέρω διαδικασία και η εκδίκαση γίνεται
από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 112-115 δικαστήριο.
Άρθρο 119.
-Προσδιορισμός της καθ' ύλην αρμοδιότητας.
1. Την
αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της
πράξης από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που
βασίζεται στα πραγματικό περιστατικό τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό
βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα (στην περίπτωση της απευθείας εισαγωγής τής
υπόθεσης). 2. Το δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάσει και σ' εκείνες τις
περιπτώσεις όπου προκύπτει από τη συζήτηση ότι το έγκλημα ανήκει στην
αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου.
Άρθρο 120.
-Αναρμοδιότητα.
1. Το
δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητά του
σε κάθε στάδιο της δίκης.
2. Το
δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την
υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο' σ' αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το
συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο.
3. Το
μονομελές πλημμελειοδικείο και το πταισματοδικείο παραπέμπουν την υπόθεση στον
αρμόδιο εισαγγελέα και διατάσσουν τη σύλληψη του κατηγορουμένου, αν το έγκλημα
όπως χαρακτηρίζεται από αυτό είναι κακούργημα. Μπορούν να διατάξουν τη σύλληψη
του κατηγορουμένου και όταν το έγκλημα είναι πλημμέλημα, για το οποίο όμως
επιτρέπεται προσωρινή κράτηση. Ο εισαγγελέας μπορεί να παραγγείλει ανάκριση
(άρθρο 246 παρ.3) ή προανάκριση ή να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστικό
συμβούλιο, όταν η παραπομπή στο μονομελές πλημμελειοδικείο ή στο
πταισματοδικείο που είχε κηρυχθεί αναρμόδιο είχε γίνει με απευθείας κλήση. Αν η
παραπομπή είχε διαταχθεί με βούλευμα, γίνεται κανονισμός της αρμοδιότητας
σύμφωνα με τα άρθρα 132 Κ.ε.
Άρθρο 121.
-Αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε πρωτοδίκως.
Το
δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε
πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ' αυτό ή σε κατώτερο από
το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και
δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρο 502 παρ.3)" σε κάθε άλλη
περίπτωση καθ' ύλην αναρμοδιότητας ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με
έφεση και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ενεργώντας ταυτόχρονα
όσα προβλέπονται στην παρ.2 του άρθρου 120.
ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τοπική αρμοδιότητα
Άρθρο 122.
-Προσδιορισμός.
1. Η τοπική
αρμοδιότητα προσδιορίζεται από τον τόπο όπου τελέστηκε το έγκλημα ή όπου
κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο κατηγορούμενος όταν αρχίζει η ποινική δίωξη.
2. Για
έγκλημα που τελέστηκε με έντυπο το οποίο εκδόθηκε στην Ελλάδα αρμόδιο είναι το
δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου, όπως αποδεικνύεται, δημοσιεύτηκε το
έντυπο. Όταν πρόκειται για δυσφήμηση ή εξύβριση αρμόδιο είναι επίσης και το
δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου κυκλοφόρησε μεταγενέστερα το έντυπο, αν ο
παθών κατοικεί ή διαμένει μόνιμα στην περιφέρεια αυτή. Στην περίπτωση του
προηγούμενου εδαφίου ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτησή του
από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του παθόντος
να παραπεμφθεί η εκδίκαση της υποθέσεως στο δικαστήριο του τόπου εκδόσεως του
εντύπου. Ο εισαγγελέας διατάσσει την παραπομπή, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν
βάσιμοι λόγοι ευχερέστερης διεξαγωγής της δίκης. Αν η αίτηση απορριφθεί, ο
κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μπορεί να υποβάλει παρόμοια αίτηση στο
δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, το οποίο αποφασίζει για την παραπομπή ή όχι
της υποθέσεως. Αν το έντυπο εκδόθηκε στο εξωτερικό, αρμόδιο είναι το δικαστήριο
στην περιφέρεια του οποίου το έντυπο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά και αν δεν
εξακριβώθηκε αυτός ο τόπος, αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του
οποίου κατοικεί η διαμένει προσωρινά αυτός που προσβλήθηκε' σε κάθε άλλη
περίπτωση, το δικαστήριο της πρωτεύουσας.
Άρθρο 123.
-Εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό.
1. Για τα
εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό, τιμωρούνται όμως στην Ελλάδα, η
αρμοδιότητα ορίζεται διαδοχικά από τον τόπο της κατοικίας στην Ελλάδα ή της
προσωρινής διαμονής ή της σύλληψης ή της παράδοσης του κατηγορουμένου. Αν ο
τόπος αυτός δεν είναι γνωστός ή αν ο κατηγορούμενος δεν κατοίκησε ή δεν είχε
ποτέ τη διαμονή του στην Ελλάδα ή δεν έχει συλληφθεί εκεί ή αν είναι δημόσιος
υπάλληλος που υπηρετεί σε ελληνική υπηρεσία του εξωτερικού, αρμόδιο είναι το
δικαστήριο της πρωτεύουσας. Σε κάθε όμως περίπτωση ο Άρειος Πάγος,
συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, μπορεί, ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου ή του
Υπουργού της Δικαιοσύνης, να ορίσει ως αρμόδιο ένα από τα δικαστήρια που
βρίσκονται πιο κοντά στον τόπο της πράξης.
2. Για τα
προβλεπόμενα στον ποινικό κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους εγκλήματα κατά
της ασφαλείας της αεροπλοΐας και τα συναφή προς αυτά πλημμελήματα και
κακουργήματα, που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό και τιμωρούνται στην Ελλάδα,
αρμόδια είναι τα δικαστήρια και οι εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές της
πρωτεύουσας.
Άρθρο 124.
-Εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε πλοίο ή αεροσκάφος.
1. Για
εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε ελληνικό πλοίο στο εξωτερικό ή σε ανοιχτή
θάλασσα, η αρμοδιότητα ορίζεται από τον τόπο του λιμανιού όπου το πλοίο
νηολογήθηκε ή του λιμανιού όπου το πλοίο προσέγγισε για πρώτη φορά μετά την
πράξη.
2. Για
έγκλημα που διαπράχθηκε σε αεροσκάφος κατά τη διάρκεια της πτήσης, η αρμοδιότητα
ορίζεται από τον τόπο όπου το αεροσκάφος προσγειώθηκε ή προσθαλασσώθηκε ή από
τον τόπο από όπου το αεροσκάφος απογειώθηκε ή αποθαλασσώθηκε πριν από το
έγκλημα. Αν το αεροσκάφος είναι ξένο, αρμόδιοι είναι επίσης οι ανακριτικοί
υπάλληλοι και τα δικαστήρια που ορίζονται στο άρθρο 123.
3. Και στις
δύο περιπτώσεις των παρ.1 και 2 αρμόδιο είναι επίσης το δικαστήριο της κατοικίας
ή της προσωρινής διαμονής του κατηγορουμένου.
Άρθρο 125.
-Προτίμηση.
Μεταξύ
περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν επιληφθεί
παράλληλα προτιμούνται εκείνοι του τόπου όπου διαπράχθηκε το έγκλημα' αν ο
τόπος αυτός είναι άγνωστος, προτιμούνται εκείνοι που πρώτοι κάλεσαν ή διέταξαν
τη σύλληψη ή τη φυλάκιση του κατηγορουμένου. Μπορεί όμως το συμβούλιο εφετών ή ο
Άρειος Πάγος, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 132, να αναθέσει την ανάκριση
και την απόφαση σε άλλο αρμόδιο δικαστήριο.
Άρθρο 126. -Ένσταση αναρμοδιότητας.
1. Η ένσταση για τοπική αναρμοδιότητα προτείνεται σε οποιοδήποτε στάδιο της
ανάκρισης και έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο. Το
δικαστήριο, το δικαστικό συμβούλιο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και ο
εισαγγελέας κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, διαπιστώνοντας την αναρμοδιότητά
τους, παραπέμπουν την υπόθεση στο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα που είναι ανάλογα
αρμόδιοι σύμφωνα με τα προηγούμενα άρθρα. Το όργανο που διαπίστωσε την
αναρμοδιότητά του οφείλει και μετά την παραπομπή αυτή να φροντίσει για τη
διενέργεια των ανακριτικών πράξεων που είναι επείγουσες και δεν επιδέχονται
αναβολή.
2. Η ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας που προτάθηκε έγκαιρα και δεν έγινε δεκτή,
αν επαναληφθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και γίνει δεκτή, έχει συνέπεια την
ακύρωση από το δικαστήριο αυτό της απόφασης που προσβάλλεται με την έφεση η
υπόθεση τότε παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, μόνο όταν αυτό δεν ανήκει στην
περιφέρεια του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου' στην αντίθετη περίπτωση, το
δικαστήριο αυτό δικάζει το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρο 502 παρ.3).
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γενική διάταξη
Άρθρο 127. -Εγκυρότητα των πράξεων που έγιναν από αναρμόδιο όργανο.
Οι εκθέσεις και τα άλλα έγγραφα που συντάχθηκαν ν9μότυπα κατά την προδικασία και
την κύρια διαδικασία από αναρμόδιο δικαστή ή ανακριτικό υπάλληλο διατηρούν την
εγκυρότητά τους. Τα εντάλματα για προσωρινή κράτηση ισχύουν ως εντάλματα
σύλληψης.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αρμοδιότητα σε περίπτωση συνάφειας και συναιτιότητας
Άρθρο 128. -Εκδίκαση συναφών.
1. Τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται
και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το
δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και
για τα άλλα συναφή.
2. Όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν
εφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο
απόφαση.
3. Οι παράγραφοι 2 και 3 εδάφ.α' και β' του άρθρου 130 εφαρμόζονται και στις
περιπτώσεις συναφείας. (Το εδ.β' της παρ.3 καταργήθηκε με το άρθρο 38 παρ.1
περ.δ' του ν 2168/93).
Άρθρο 129. -Ποια εγκλήματα θεωρούνται συναφή.
Συναφή θεωρούνται μόνο τα εγκλήματα:
α) όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους
και χρόνους ή από πολλούς όχι συναιτίους στον ίδιο τόπο και χρόνο.
β) όσα γίνονται από πολλούς εναντίον αλλήλων, είτε συγχρόνως είτε σε
διαφορετικούς τόπους και χρόνους και
γ) όσα γίνονται με σκοπό να διευκολύνουν ή να κάνουν πιο εύστοχη την εκτέλεση ή
να αποκρύψουν ένα από αυτά.
Άρθρο 130. -Αρμοδιότητα σε περίπτωση συμμετοχής.
1. Στην περίπτωση που συμμετέχουν περισσότεροι στο έγκλημα, αρμόδιο δικαστήριο
για όλους είναι εκείνο που είναι αρμόδιο για εκείνον από τους συμμετόχους ο
οποίος επισύρει τη βαρύτερη ποινή. Αν οι συμμέτοχοι υπάγονται σε δικαστήρια
διαφορετικού βαθμού (άρθρο 111 αριθμ.6 και άρθρο 112 αριθμ.2), αρμόδιο
δικαστήριο για όλους είναι το ανώτερο. Το μικτό ορκωτό δικαστήριο θεωρείται στην
περίπτωση αυτή ανώτερο από τα άλλα.
2. Το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί για ιδιαίτερους λόγους που
αφορούν την ασφαλέστερη διάγνωση της αλήθειας ή την ταχύτερη εκδίκαση της
υπόθεσης να διατάξει το χωρισμό της ανάκρισης ή και της συζήτησης στο
ακροατήριο.
3. Αν κάποιος από αυτούς που συμμετείχαν στο έγκλημα είναι ανήλικος, η ποινική
δίωξη γι' αυτόν χωρίζεται, και ο ανήλικος δικάζεται από το δικαστή ανηλίκων. Στα
πλημμελήματα, αν ο εισαγγελέας στην περίπτωση της εισαγωγής με απευθείας κλήση
και αιτιολογημένη απόφασή του που μνημονεύει τους συγκεκριμένους λόγους ή το
δικαστικό συμβούλιο κρίνουν ότι δεν ενδείκνυται ο χωρισμός για λόγους που
αφορούν το συμφέρον της δικαιοσύνης, την υπόθεση τη δικάζει το κατά την παρ.1
αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο μετέχει αν είναι δυνατό σε κάθε βαθμό ο ειδικός
δικαστής ανηλίκων. Δεν εμποδίζεται πάντως το δικαστήριο να διατάξει το χωρισμό.
4. Όσα ορίζονται στην παρ.3 ισχύουν και στην περίπτωση του αγροτικού ή
αγρονομικού πταίσματος. Στα άλλα πταίσματα η ποινική δίωξη για τον ανήλικο
χωρίζεται πάντοτε.
5. Οι
διατάξεις του στρατιωτικού ποινικού κώδικα για τη συνάφεια και τη συναιτιότητα
εξακολουθούν να ισχύουν.
Άρθρο 131. -Διατήρηση της αρμοδιότητας σε περίπτωση συνάφειας και
συναιτιότητας.
Αν εκλείψουν οι λόγοι των άρθρων 128, 129 και 130 παρ.1, το δικαστήριο που
σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δέχτηκε την αρμοδιότητά του για πρώτη φορά τη
διατηρεί και για τις υπόλοιπες πράξεις ή για τους άλλους κατηγορουμένους, μόνο
όμως αν είναι αρμόδιο γι' αυτές σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 και 121"
διαφορετικά παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με αυτές τις
διατάξεις.
ΠΕΜΠΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Σύγκρουση της αρμοδιότητας και αρμοδιότητα κατά παραπομπή
Άρθρο 132.
-Κανονισμός της αρμοδιότητας.
1. Αν
μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξ{σου αρμόδιων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή
μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα
είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών
συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή
περισσοτέρων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής:
2. Το
συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των
οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικό
εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση
δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών,
προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς
ενάγοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια"
η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή
του Αρείου Πάγου. ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών
ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο. 3. Ό,τι ορίζει η προηγούμενη
παράγραφος εφαρμόζεται και στην περίπτωση του άρθρου 120 παρ.3 τελευταίο
εδάφιο.
Άρθρο 133.
-Αποχή από περαιτέρω ενέργειες.
1. Μόλις
υποβληθεί η αίτηση και ωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση γι' αυτήν, τα δικαστήρια
μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η σύγκρουση αρμοδιότητας και οι ανακριτικοί
υπάλληλοι οφείλουν να απέχουν από κάθε περαιτέρω ενέργεια. Γι' αυτό το σκοπό ο
εισαγγελέας που ασχολήθηκε με την αίτηση, μόλις την παραλάβει, ειδοποιεί τους
ανακριτικούς υπαλλήλους ή τους δικαστές που ασχολήθηκαν με την υπόθεση. Οι
δικαστές ειδοποιούνται διαμέσου του προέδρου τους. Οπωσδήποτε δεν κωλύεται η
διενέργεια των ανακριτικών πράξεων που επείγουν.
2. Αν οι
ανακριτικοί υπάλληλοι ή οι δικαστές που ασχολήθηκαν με την υπόθεση συ |